Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Η… χαρά για την «τιμωρία» της κυβέρνησης

            Σκέτη θλίψη προκαλούσε στον κάθε καλοπροαίρετο περιηγητή του διαδικτύου η χαιρέκακη διάθεση με την οποία πάμπολλοι συνέλληνες –και προεξάρχοντες… μέλλοντες κυβερνήτες- αντιμετώπιζαν τη βίαιη αντίδραση που επεφύλαξαν τις τελευταίες ημέρες οι αδυσώπητες αγορές, αφενός, στη σπουδή της κυβέρνησης να σαλπίσει έξοδο από το Μνημόνιο, πριν οι εταίροι και δανειστές ανάψουν το απαιτούμενο «πράσινο φως» και, αφετέρου,  στα σενάρια πολιτικής αβεβαιότητας που κατέκλυσαν την εγχώρια σκηνή.
            Είναι ειλικρινά απορίας άξιον το απροσμέτρητο εύρος της μικρόνοιας που μπορεί να χαρακτηρίζει τόσο πολλούς που με περισσή ευκολία επέχαιραν για το γεγονός ότι κατακρημνιζόταν επί τριήμερο το ελληνικό Χρηματιστήριο και ταυτόχρονα εκτινάσσονταν στα ύψη τα επιτόκια δανεισμού του ελληνικού δημοσίου, λες και αυτά –και ιδιαίτερα το δεύτερο- ήταν δύο ζητήματα που αφορούσαν κάποιους άλλους και όχι τους χειμαζόμενους από την παρατεταμένη έλληνες πολίτες.
            Μπορώ να αντιληφθώ τη χαρά από την οποία θα μπορούσε να καταληφθεί ο οποιοσδήποτε φαντασιώνεται το επερχόμενο τέλος του καπιταλισμού ή ονειρεύεται την επικείμενη έναρξη της παγκόσμιας επανάστασης για την εφαρμογή της… αταξικής κοινωνίας. Δυσκολεύομαι, ωστόσο, να καταλάβω πως το σκληρό, σκληρότατο μάθημα των αγορών που πήραν αυτές τις μέρες οι κυβερνώντες μπορεί να προκαλεί ικανοποίηση σε όσους ετοιμάζονται να τους διαδεχθούν στους υπουργικούς και άλλους θώκους εξουσίας μέσα από τις εκλογές, τις οποίες επιθυμούν να γίνουν άμεσα.
            Δεν χρειάζεται, θαρρώ, πολλή σοφία για να αναγνωρίσει κανείς ότι από τα δύο αυτά βίαια φαινόμενα που εκτυλίχθηκαν μπροστά μας, δηλαδή την κατακόρυφη πτώση του Χρηματιστηρίου και την εκτίναξη των επιτοκίων δανεισμού, ζημιωμένοι δεν βγαίνουν μόνον οι ισχυροί του χρήματος, αλλά ο κάθε έλληνας πολίτης –ναι, ακόμη και ο σημερινός άνεργος!- που εν τέλει θα πληρώσει, αργά ή γρήγορα, τα αυξημένα τοκοχρεολύσια που θα βρει η Ελλάδα όταν αποφασίσει να βγει και να δανειστεί για να καλύψει τις ανάγκες της. 
            Μόνον όσοι ηθελημένα εθελοτυφλούν, παραγνωρίζουν ότι μας χωρίζουν αρκετοί αιώνες από τις εποχές της αυτάρκειας και του οικονομικού αντιπραγματισμού και χωρίς συνδιαλλαγή με τις αγορές σύγχρονες οικονομίες και μάλιστα ευρωπαϊκού τύπου, όπως, τουλάχιστον, διακηρύσσουν τα κόμματα εξουσίας στη χώρα μας, δεν μπορεί να υπάρξουν.    
            Αν, λοιπόν, οι περιώνυμες αγορές επεφύλαξαν αυτή τη στάση έναντι της συγκεκριμένης ελληνικής κυβέρνησης, δημιουργώντας έναν όλο και πιο ασφυκτικό κλοιό που –κακά τα ψέματα- ξεκίνησε την επομένη της επίσκεψης του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά στο Βερολίνο που δειλά τέθηκε ζήτημα διαζυγίου με το ΔΝΤ και κορυφώθηκε τις τελευταίες ημέρες που πήγε να διαφανεί ότι η κυβέρνηση δύσκολα θα προσεγγίσει το στόχο των 180 βουλευτών για την προεδρική εκλογή, εύκολα, νομίζω, μπορεί να αντιληφθεί κάποιος τι θα συμβεί στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον που μια άλλη κυβέρνηση όχι μόνον θα βιάζεται – πολύ περισσότερο από τη σημερινή- να βγει από το Μνημόνιο, αλλά επιπλέον θα απαιτεί και διαγραφή –μικρότερου ή μεγαλύτερου μέρους- του χρέους.
Ξέρω ότι είναι διόλου δημοφιλείς επισημάνσεις όπως οι παραπάνω, επειδή διαφόρων ειδών πολιτικάντηδες –ορισμένοι από τους οποίους κάθονται και τώρα στα κυβερνητικά έδρανα- καλλιέργησαν και εξακολουθούν να καλλιεργούν ψευδαισθήσεις ότι τάχατες είναι ζήτημα «τσαμπουκά» και μόνο η τιθάσευση των αγορών, ούτως ώστε να εξακολουθήσουν να μας δανείζουν χωρίς εμείς να καλύπτουμε τις προηγούμενες υποχρεώσεις μας.
Επειδή, όμως, προσωπικά με θλίβει -περισσότερο και από την τυφλή χαιρεκακία για την «τιμωρία» της κυβέρνησης, που βλέπω γύρω μου- το πάθημα της χώρας μου που ξαναβρέθηκε μέσα σε λίγες μέρες με επιτόκια χρεοκοπίας, ευελπιστώ ότι η δυσμενής αυτή εξέλιξη θα το μετατρέψει σε μάθημα και για τους νυν αλλά και για τους επόμενους κυβερνώντες.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Ποιος καίει τα σπαρτά και γκρεμίζει τις γέφυρες;

Να μην καίει τα σπαρτά και να μην γκρεμίζει τις γέφυρες, προειδοποίησε την συγκυβέρνηση ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας σε ένα κρεσέντο επιθετικού λόγου με το οποίο επέλεξε να κλείσει την ομιλία του την περασμένη Παρασκευή στη Βουλή.
Δεν αποκλείεται η φραστική αυτή έξαρση του κ. Τσίπρανα ήταν αποτέλεσμα μιας πρόωρης προσπάθειας να δικαιολογήσει, οψέποτε αναλάβει την εξουσία που με τόσο πάθος διεκδικεί, την πιθανολογούμενη αδυναμία του να ικανοποιήσει τις προσδοκίες τις οποίες καλλιεργεί, επικαλούμενος, εκ των προτέρων, το γνωστό από το παρελθόν άλλοθι για την παραλαβή «καμένης γης» που και άλλοι πριν από τον ίδιο έχουν χρησιμοποιήσει.
Εξίσου πιθανό, όμως,είναι να ήταν μια προληπτική ενέργεια για να αποφύγει το δίλημμα που θα μπορούσε να του δημιουργήσει το ενδεχόμενο, σύμφωνα και με τη διακινούμενη φημολογία των προηγούμενων ημερών που είδε το φως μέσα από ορισμένες αναρτήσεις σε ιστοσελίδες, να τον καλούσε ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς σε συνάντηση για να συζητήσουν για τις επερχόμενες κρίσιμες εξελίξεις.
Και στη μια και στην άλλη υπόθεση, δεν αίρεται και φυσικά δεν δικαιολογείταιτο ακραία διχαστικό περιεχόμενο που είχε ο λόγος του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ,ο οποίος χρησιμοποίησε λεκτικά σχήματα που εξομοιώνουν τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας με τις… κατοχικές δυνάμεις που υποχωρώντας καταστρέφουν τις υποδομές.
Το ευτύχημα, ίσως, είναι ότι δεν υπάρχουν πολλοί, ακόμη και ανάμεσα σε εκείνους που τον ψηφίζουν, που να παίρνουν τοις μετρητοίς τέτοιες πομφόλυγες. Γιατί, αλλιώς, δεν θα γλυτώναμε έναν νέο… εμφύλιο που, αν όντως ίσχυαν τα λεγόμενα του κ. Τσίπρα, θα ξεσπούσε στη χώρα από τη δικαιολογημένη αντίδραση όσων θα ήθελαν να υπερασπιστούν τα σπαρτά και τις γέφυρες.
Λεκτικά σχήματα αυτού του είδους, εξάλλου, μπορεί να ικανοποιούν το θυμικό ορισμένων φανατικών ή τα ένστικτα των κάθε λογής… ψεκασμένων, αλλά μάλλον δύσκολα πείθουν τους εχέφρονες πολίτες που δυσανασχετούν με την ανικανότητα των κυβερνώντων χωρίς να είναι έτοιμοι να υιοθετήσουν την οποιαδήποτε ακρότητα που εκτοξεύεται προς εντυπωσιασμό και μόνον.
Όταν, άλλωστε, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και η ηγετική ομάδα που τον περιστοιχίζει έχει ενστερνιστεί δύο κεντρικά στοιχεία της πολιτικής που ακολουθείται, όπως είναι η παραμονή στο ευρώ και η αποτροπή των ελλειμματικών προϋπολογισμών, εύκολα αναρωτιέται κανείς τι νόημα έχουν αυτές οι βαρύγδουπες μεγαλοστομίες.
 Για να αναγνωρίσουμε, πάντως, και του… «στραβού το δίκιο», δεν ήταν διχαστικός μόνον ο λόγος του κ. Τσίπρα στην κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για την ανανέωση της εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, αφού ούτε η ηγεσία της συγκυβέρνησης πήγε πίσω σε… αντιπολιτευτικές κορώνες προς την αξιωματική αντιπολίτευση.
Μάλιστα, τόσο ο κ. Σαμαράς όσο και ο Ευάγγελος Βενιζέλος εξάσκησαν τη ρητορική τους δεινότητα εξακοντίζοντας πυρά προς μια, μάλλον, «καρικατούρα», που είναι οι «συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ» και τα αντιευρωπαϊκά τους ανακλαστικά, τα οποία, αν δεν έχουν μπει στο περιθώριο, βρίσκονται σίγουρα «εν υπνώσει». Και αυτό είναι μια ουσιώδης ποιοτική διαφορά, σε σχέση με το 2012, και τον φόβο που τότε περιόρισε τη δυναμική προς την εξουσία που τώρα έχει αποκτήσει το κόμμα του κ. Τσίπρα.
Γι΄ αυτό και αν, πραγματικά, οι ηγεσίες των συγκυβερνώντων κομμάτων δεν ενδιαφέρονταν για την εξουσία και μόνον, όπως και ο κ. Τσίπρας,θα αξιοποιούσαν τη στροφή του τελευταίου και θα τον καλούσαν να αποδείξει έμπρακτα ότι αποδέχεται την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και αποδοκιμάζει, όπως έκανε στο Κόμο, την Ευρώπη των ελλειμμάτων, αποδεχόμενος έναν οδικό χάρτη που θα περιείχε τρεις πολύ απλούς σταθμούς: κοινή διαπραγματευτική ομάδα για την έξοδο από το Μνημόνιο και την αναδιάρθρωση του χρέους, συμφωνία για συναινετική εκλογή Προέδρου και Αναθεώρηση του Συντάγματος, προκήρυξη, αμέσως μετά, εκλογών ώστε να αποφασίσει ο ελληνικός λαός ποιος ή ποιοί θα διαχειριστούν τις μεταμνημονιακές τύχες της χώρας.
Θα τα δεχόταν όλα αυτά ο κ. Τσίπρας που επιμένει να μετατεθούντόσο η αναδιάρθρωση του χρέους όσοκαι η προεδρική εκλογή για μετά τις εκλογές; Το πλέον πιθανό είναι πως όχι. Αλλά,με μια τέτοια πρωτοβουλία,οι κύριοι Σαμαράς και Βενιζέλος –και πολύ περισσότερο ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ που προσπαθεί να πείσει ότι η παραμονή του στην κυβέρνηση αποτελεί κάτι σαν προσωπική «θυσία»- θα αποδείκνυαν ότι δεν είναι γαντζωμένοι στις καρέκλες, όπως τους κατηγορούν οι αντίπαλοί τους.
Δεν το έκαναν, όμως, ούτε ο κ. Σαμαράς, ούτε και ο κ. Βενιζέλος, την περασμένη Παρασκευή, επιμένοντας να σκιαμαχούν με τις (περιθωριακές) συνιστώσες και να μην αξιοποιούν την εμφανή στροφή προς τον ρεαλισμό της… κυβερνησιμότητας που έχει κάνει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.Και μάλλον δεν θα το κάνουν ούτε το επόμενο διάστημα.
Γι΄ αυτό, με ευθύνη –μικρότερη ή μεγαλύτερη, δεν έχει σημασία- και των δύο πλευρών, που δείχνουν να μην έχουν διδαχθεί τίποτε από το πρόσφατο ή το απώτερο παρελθόν, θα εξακολουθήσουμε να πορευόμαστε μέσα στο το ίδιο διχαστικό και εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Ένα κλίμα, το οποίομόνον τυφλωμένοι από τα κομματικά πάθη δεν βλέπουν ότι αποτελεί την πλέον εύφλεκτη ύλη για το κάψιμο των λιγοστών σπαρτών από την πενιχρή και επίπονη συγκομιδή των τελευταίων χρόνων και την πιο επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη από την οποία βγαίνουν οι εκρηκτικοί μηχανισμοί που απειλούν τις γέφυρες προς το μέλλον.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Πως… γλυτώσαμε από την εξέγερση των «goldenboys»

Κλαυθμοί, οδυρμοί και ολολυγμοί κατέκλυσαν τα τηλεοπτικά πλατό και τις ραδιοφωνικές συχνότητες μόλις έγινε γνωστή η αποτρόπαια «είδηση» της φορολόγησης των παροχών σε είδος.
Ασυγκράτητοι σχολιαστές μυκτήριζαν την ανάλγητη γενική γραμματέα Δημοσίων Εσόδων που απελτόμησε την αδιανόητη πράξη να εκδώσει εγκύκλιο για την εφαρμογή –άκουσον, άκουσον!-ενός ψηφισμένου εδώ και ενάμισι χρόνο που τροποποιούσε ένα καθεστώς που ισχύει διεθνώς και που στη χώρα μας έχει θεσμοθετηθεί πριν από περίπου μια εικοσαετία.
Ακούγοντάς τους είχες την εντύπωση ότι θα άνοιγε το καταπέτασμα του ουρανού και η χώρα που άντεξε τόσα και τόσα –Μνημόνια, τρόικες, χειροκροτητές των απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων και θαυμαστές της αυστηρότητας του Τόμσεν- θα πληττόταν από ώρα σε ώρα από σεισμούς και καταποντισμούς που θα ενέσκηπταν αν δεν κινητοποιούνταν άμεσα η κυβέρνηση να πάρει πίσω την καταστρεπτική εγκύκλιο της κυρίας Σαββαΐδου.
Δεν ήξερε κανείς τι να πρωτοθαυμάσει. Το μέγεθος της άγνοιας για τα στοιχειώδη;Ή τη χυδαιότητα της αντικοινωνικότητας που εξέπεμπε η απροκάλυπτηπαραδοχή ότι ένα τέτοιο μέτρο μπορεί και να αφορούσε τους ίδιους ως κατόχους εταιρικού κινητού τηλεφώνου;
«Στις 17 μονάδες θα πάει σήμερα κιόλας η διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα εξουσίας», “έκοβε” ο ένας, ελεεινολογώντας την κυβέρνηση που τολμά να ζητεί και ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, την ώρα που ο άλλος “έραβε”με υποδείξεις –κλισέ «να πιάσουν, επιτέλους, τους φοροφυγάδες και να πάψουν να επιβαρύνουν τα συνήθη φορολογικά υποζύγια».
Μέσα στη βεβαιότητα της ασύγγνωστης ημιμάθειας τους, ούτε οι ελεεινολογούντες, ούτε οι μυαλοπώληδες μπορούσαν να διανοηθούν ότι η φορολόγηση των παροχών σε είδος αποτελεί ένα μέτρο στοιχειώδους κοινωνικής δικαιοσύνης που, αν εφαρμοστεί σωστά, μπορεί να συμβάλει στην πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής.      
Η υποκατάσταση του φορολογητέουεισοδήματος με (αφορολόγητες) παροχές άλλου είδους,οι οποίες διαδέχθηκαν τα «μαύρα» του απώτερου παρελθόντος, είναι ένα από τα συνήθη «τερτίπια» που χρησιμοποιούν μεγαλοστελέχη επιχειρήσεων για να μειώσουν τη φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση τους,επ΄ ωφελεία και της εταιρίας στην οποία εργάζονται.
Συνομολογούν ένα μέρος των αποδοχών τους να τους παρέχεται σε είδος, π.χ. πληρωμή ενοικίου, διάθεση ιδιωτικού οχήματος, εταιρική πιστωτική κάρτα για αγορές, σε τρόπον ώστε το μεν στέλεχος να απαλλάσσεται γι΄ αυτό το επιπλέον εισόδημα από φόρους και εισφορές, η δε εταιρία να καταγράφει τις συγκεκριμένες δαπάνες στα επιχειρηματικά της έξοδα και να επωφελείται μέσω και της εμφάνισης μικρότερων φορολογητέων κερδών.
Δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για την έκταση του φαινομένου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, περιορίζεται σε κάποια υψηλόβαθμα στελέχη από εκείνα που παλαιότερα αποκαλούνταν «goldendoys». Με σαφήνεια, όμως, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι η φορολόγηση παροχών αυτού του είδους –που νομοθετικά προβλέπεται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 90- δεν αφορά τη μεγάλη μάζα των όλο και λιγότερο εργαζομένων σε αυτή τη χώρα.
Γι΄ αυτό και έχω την εντύπωση ότι αποτελεί μέγιστη πρόκληση για μια κοινωνία,η οποία απαρτίζεται από ενάμισι εκατομμύριο ανέργους και από σχεδόν άλλους τόσους που δουλεύουν απλήρωτοι επί πολλούς μήνες, να ακούει –κατά τεκμήριο καλοπληρωμένους- σχολιαστές να καλούν τους πολίτες σε… εξέγερση για να αποτραπεί η φορολόγηση των μεγαλοστελεχών.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Οι εκλογές και το Μαξίμου

Βούιξαν και πάλι χθες οι διάδρομοι της Βουλής από τις φήμες για προσφυγή στις κάλπες μόλις κυκλοφόρησε η είδηση για τις επικείμενες παραιτήσεις των τριών γενικών γραμματέων που προτίθενται να θέσουν υποψηφιότητα με τη Νέα Δημοκρατία στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.
Είναι απίστευτο πόσο επιδραστικό μπορεί να αποδειχθεί το μείγμα της άγνοιας με την ανασφάλεια που διακατέχει ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού –ου μην αλλά καιτου δημοσιογραφικού δυναμικού- με αποτέλεσμα να λέγονται και να γράφονται -ακόμη και πρωτοσέλιδα- απερίγραπτες μπουρδολογίες που, ενώ δεν είναι παρά φαντασιώσεις, πασάρονται ως σοβαρές πολιτικές αναλύσεις από δήθεν γνωρίζοντες τα παρασκήνια της εξουσίας.
Θα είχε ενδιαφέρον να κατέγραφε κανείς πόσες φορές έχουν τεθεί σε… εκλογική ετοιμότητα τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατά τα τελευταία δυόμισι χρόνιαπου μας χωρίζουν από τις προηγούμενες εκλογές, όπως μας θύμισαν οι παραιτήσεις των «γαλάζιων» γενικών γραμματέων, οι οποίοιπροτίθενται να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους πριν παρέλθει το δεκαοκτάμηνο που απομένει για την ολοκλήρωση της τετραετούς θητείας της παρούσας Βουλής. Κι αυτό διότιμόνον έτσι δεν θα έχουν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, κώλυμα εκλογιμότητας και θα μπορούν να είναι υποψήφιοι στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές προκηρυχθούν εφεξής.
Στοιχειώδη, λοιπόν, γνώση αν είχε κανείς των συνταγματικών διατάξεων δεν θα θεωρούσε τις περί ων ο λόγος παραιτήσεις ως ένδειξη επικείμενου εκλογικού αιφνιδιασμού. Πολύ περισσότερο που οι φερόμενοι ακόμη ως υπό παραίτηση γενικοί γραμματείας, όντας στελέχη με δεσμούς με την κυβερνητική ηγεσία και το πρωθυπουργικό περιβάλλον, μάλλον δεν θα πρόδιδαν τον υποτιθέμενο αιφνιδιασμό.
Εξίσου τραγελαφικές είναι, εξάλλου, και οι αναλύσεις που θέλουν τη σημερινή κυβέρνηση να προσφεύγει στις κάλπες για να επιδιώξει την αποκαλούμενη «αριστερή παρένθεση» στοχεύοντας κατόπιν στην ανατροπή του ΣΥΡΙΖΑ την άνοιξη επ΄ ευκαιρία της προεδρικής εκλογής,κατ΄ αντιστροφή, δηλαδή, της απειλή για μη ψήφισης κανενός υποψήφιου που επισείει στην παρούσα φάση η αξιωματική αντιπολίτευση.
Όσοι διακινούν αυτού του είδους τα σενάρια τα οποία κυκλοφορούν σε διάφορες παραλλαγές –και μάλιστα με συγκεκριμένες, μεταβαλλόμενες κάθε φορά, εκλογικές Κυριακές-, αγνοούν, πέραν από την κοινή πολιτική λογική που θέλει κάθε κυβέρνηση να εξαντλεί μέχρι τελευταίας ρανίδος το… μέλι της εξουσίας, δύο πολύσοβαρούς λόγους που αποτελούν μάλλον ανυπέρβλητη τροχοπέδη στους υποτιθέμενους σχεδιασμούς για κυβερνητικό εκλογικό αιφνιδιασμό.
Ο πρώτος λόγος είναι συνταγματικός και έχει να κάνει με την ευχέρεια –τη μοναδική ίσως που διαθέτει- του Προέδρου της Δημοκρατίας να υπογράψει την πρόωρη διάλυση της Βουλής «για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» (άρθρο 41).
Είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν έχει πολλές φορές παρακαμφθεί το Σύνταγμα με την προσχηματική επίκληση διαφόρων «εθνικών θεμάτων» (συνήθως το… πολύπαθο Κυπριακό, αλλά και διάφορα άλλα) που οδήγησαν σε πρόωρες κάλπες. Στην παρούσα φάση, όμως, δύσκολα μπορεί να περιμένει κανείς από τον Κάρολο Παπούλια, που βρίσκεται στο τέλος της δεκαετούς θητείας του, να κάνει δεκτό ένα τέτοιο κυβερνητικό αίτημα.  
Ο δεύτερος λόγοςπου εμποδίζει την απρόσκοπτη ξαφνική προσφυγή στις κάλπες είναι πολιτικός και σχετίζεται με το γεγονός ότι η σημερινή κυβέρνηση αποτελείται από δύο κόμματα και άρα πρέπει να συμπέσουν τα συμφέροντά τους και να ζητήσουν από κοινού τη διάλυση της Βουλής, κάτι που δεν διαφαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα, καθώς Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ δεν έχουν, σε αυτό το ζήτημα, συγκλίνοντα συμφέροντα.
Εφόσον, λοιπόν, δεν συμφωνήσουν οι δύο κυβερνητικοί εταίροι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών που μπορεί να μη μακρύνουν, αφού η σημερινή Βουλή, σε περίπτωση κυβερνητικής κρίσης, δύσκολα θα μπορέσει να δώσει άλλη κυβερνητική λύση, αλλά η κατάληξη θα είναι η ανάθεση της διενέργειας των εκλογών σε υπηρεσιακή κυβέρνηση.  
Σε κάθε περίπτωση και με εξαίρεση την προκήρυξη εκλογών λόγω αδυναμίας εκλογής νέου Προέδρου Δημοκρατίας, το διακύβευμα της προσφυγής σε πρόωρες εκλογές για τους κυβερνώντες είναι η παράδοση του Μεγάρου Μαξίμου σε υπηρεσιακό πρωθυπουργό και των υπουργείων σε υπηρεσιακούς υπουργούς.
Υπό αυτές τις συνθήκες, μόνον όποιος αρέσκεται να τρέφει αυταπάτες –ή απλά αναμασά όσα του σερβίρουν- μπορεί να ενστερνίζεται σενάρια για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες με κυβερνητική πρωτοβουλία πριν από τους πρώτους μήνες του 2015 που θα αποδειχθεί αν η σημερινή Βουλή μπορεί ή όχι να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Υ.Γ. Ποιος ξεχνά, άλλωστε, ότι ακόμη και ο Κώστας Καραμανλής, που, «κουρασμένος» ων, είχε αποφασίσει να παραδώσει τη διακυβέρνηση, τις εκλογές τις έκανε από το Μαξίμου;

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Στρεψοδικίες πελατειακού τύπου

            Από μια πρώτη ματιά, μπορεί και να μη διαφωνήσει κανείς με την άποψη των δημάρχων του ΣΥΡΙΖΑ και της περιφερειάρχη Ρένας Δούρου ότι για το σημερινό ξεχαρβάλωμα της δημόσιας διοίκησης ευθύνονται οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ που διόρισαν όλους αυτούς που υπηρετούν στον δημόσιο τομέα.
            Είναι, όμως, έτσι ακριβώς τα πράγματα; Με μια δεύτερη ματιά, μάλλον, όχι. Ιδίως όταν το επίδικο ξεχαρβάλωμα που επισημαίνουν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αφορά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, στην οποία, ευτυχώς ή δυστυχώς, εξουσία δεν άσκησαν μόνον δήμαρχοι από τον πάλαι ποτέ δικομματισμό.
            Σε δεκάδες δήμους όλης της χώρας, αυτοδύναμα ή σε συνεργασία, μια πλειάδα στελεχών που δεν ανήκαν ούτε στο ΠΑΣΟΚ ούτε στη ΝΔ άσκησαν –από την Ηγουμενίτσα ως την Καισαριανή και από τη Νίκαια ως την Καρδίτσα- διοίκηση για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα. Και δεν νομίζω ότι κάποια από τις περιοχές αυτές μπορεί να θεωρηθεί «όαση διοικητικής ευρυθμίας» που να την διαφοροποιεί ριζικά από άλλες που τις διοίκησαν στελέχη του… επάρατου δικομματισμού.
            Λίγο ως πολύ, από την εξυπηρέτηση του πολίτη, πριν και μετά το Μνημόνιο, ως την διάρθρωση του προσωπικού και τις προσλήψεις, τα ίδια φαινόμενα συναντούσε κανείς τις τελευταίες δεκαετίες σε όλο το εύρος της Αυτοδιοίκησης, γεγονός που μάλλον μαρτυρά ότι στο περιγραφόμενο ξεχαρβάλωμα, όπου και όσο υπάρχει, δεν υπήρχαν «αποκλειστικότητες».
Για να μη θυμηθούμε δε και πόσοι από όσους σήμερα μιλούν για αυτό το «ξεχαρβάλωμα», μια χαρά υπηρέτησαν το «ξεχαρβαλωμένο» κράτος και μισθοδοτήθηκαν από αυτό. Και, μάλιστα, χωρίς να είναι από το… σόι του Μητσοτάκη. 
            Αλλά ακόμη και αν όλοι όσοι τώρα κήρυξαν την παντιέρα της αντίστασης στον έλεγχο νομιμότητας των δικαιολογητικών πρόσληψης είναι οι ίδιοι προσωπικώς άμεμπτοι και αμόλυντοι, με ποιο ηθικό, άραγε, δικαίωμα έταξαν τους εαυτούς τους σε ρόλο ασπίδας για να καλυφθούν οι τυχόν παράνομα και παράτυπα προσλήφθηκαν από τους ρουσφετολόγους προκατόχους τους;        
            Άκουγα αυτές τις μέρες έναν από τους «επαναστάτες» δημάρχους, που κατά δήλωσή του,δραστηριοποιείται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια στα δημοτικά πράγματα της περιοχής του, να ισχυρίζεται ότι τα φαινόμενα αδιαφάνειας στις προσλήψεις τα έχει καταγγείλει επανειλημμένα όταν ήταν στην αντιπολίτευση.
Μόνον, όμως, που ενώ, ακριβώς γι΄  αυτό, θα περίμενε κανείς να ήταν τώρα συνεπής με εκείνες τις καταγγελίες και να πρωταγωνιστεί στην εμπέδωση της νομιμότητας μιας και του δίνεται η ευκαιρία να κάνει πράξη τις αρχές και τις αξίες που διεκήρυσσε, εκείνος κατέφυγε σε στρεψόδικες αντιφάσεις.
Από εδώ το έφερνε, από εκεί το πήγαινε, την απορία για τον έλεγχο της νομιμότητας την άφηνε αναπάντητη. Μπέρδευε σκόπιμα το επίμαχο ζήτημα των πλαστών πιστοποιητικών με την αξιολόγηση –που είναι εντελώς διαφορετική διαδικασία- και τις απολύσεις που θέλει να κάνει η «μνημονιακή» κυβέρνηση.
Στην πραγματικότητα, δεν έβγαινε άκρη από τα λεγόμενα του, πέραν του ότι ήταν αποφασισμένος να προστατεύσει με κάθε μέσο και κάθε τρόπο τους «πελάτες» που κληρονόμησε από τους προκατόχους του και τώρα θεωρεί «δικούς» του, ίσως και γιατί οι περισσότεροι από αυτούς τον ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές, όπως ακριβώς είχαν ψηφίσει και όσους τους διόρισαν.
Δεν ξέρω αν το έχουν αντιληφθεί στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αν θέλουν να γίνουν… «μαγαζάτορες» απευθυνόμενοι στους ίδιους «πελάτες» με το ίδιο προϊόν που είχαν και οι προηγούμενοι, το ηθικό πλεονέκτημα που επιχειρούν να αποσπάσουν με τις διακηρύξεις του «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» αναιρείται εκ των πραγμάτων.
Στο τέλος – τέλος, πόσοι είναι οι παράνομοι που θα καλύψουν με την ασπίδα που θέλουν να δημιουργήσουν; Υπάρχουν εκατομμύρια περισσότεροι πολίτες σε τούτη τη χώρα που δεν παρανόμησαν, πολίτες που θέλουν ισονομία, διαφάνεια και έχουν την απαίτηση να πιάνουν τόπο οι δυσβάστακτοι φόροι που πληρώνουν.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Σουηδία – Ελλάδα. «Και διηγώντας τα να κλαις…»

Την περασμένη Κυριακή που η ελληνική πολιτική σκηνή, με το βλέμμα στραμμένο στις επόμενες -πρόωρες, ως συνήθως- εκλογές,κυριαρχούνταν από την «αυτιστική» διαμάχη για το τι σημαίνει «παροχές» και πως αυτές κοστολογούνται, σε μια άλλη άκρη της Ευρώπης ένας λαός προσέρχονταν σε ένα αμετάθετο από δεκαετίες ραντεβού με την κάλπη.
Ο λόγος για τη Σουηδία, όπου οι πολίτες ξέρουν ότι κάθε τετραετία, τη δεύτερη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, καλούνται για μια και μόνη φορά να εκλέξουν την κυβέρνηση της επιλογής τους, η οποία εξαντλεί, σε κάθε περίπτωση, τη θητεία της, ακόμη και όταν μεσολαβούν αστάθμητοι παράγοντες.
Τη ζηλευτή αυτή σταθερότητα του κοινοβουλευτικού συστήματος της σκανδιναβικής χώρας δεν στάθηκαν ικανές να την διαταράξουν ούτε συνταρακτικές πολιτικές δολοφονίες, όπως εκείνη του εμβληματικού Ούλοφ Πάλμε, ούτε οικονομικές κρίσεις, όπως αυτή που αντιμετώπισε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν βρέθηκε σε βαθειά ύφεση, δοκίμασετο πικρό ποτήρι της υψηλής ανεργίας και είδετο δημόσιο χρέος της να εκτινάσσεται στα ύψη.
Αρχής γενομένης από τους σοσιαλδημοκράτες που βρέθηκαν την περίοδο της κρίσης στην εξουσία και κατόπιν τους κεντροδεξιούς που τους διαδέχθηκαν,οι Σουηδοί πολιτικοί προχώρησαν σε μια σειρά οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θωράκισαν τη χώρα τους, η οποία, αν και πληρούσε, πολύ περισσότερο από την Ελλάδα και άλλους εφαρμοστές της «δημιουργικής λογιστικής», τα κριτήρια, έμεινε εκτός ευρωζώνης και πέρασε σχεδόν «αβρόχοις ποσί» την παγκόσμια κρίση του 2008.
Στις ευρωεκλογές του περασμένου Μαΐου, ο κεντροδεξιός συνασπισμός βρέθηκε στη δεύτερη θέση, αλλά ουδείς διανοήθηκε να θέσει ζήτημα πρόωρης διάλυσης της Βουλής λόγω δυσαρμονίας με το εκλογικό σώμα. Περίμεναν τη δεύτερη Κυριακή του Σεπτεμβρίου για να δώσουν και πάλι πλειοψηφίαστα αντιπολιτευόμενα κόμματα της Κεντροαριστεράς που χωρίς να αυξήσουν αισθητά τη δύναμη τουςκέρδισαν την πρωτιά και ετοιμάζονται να σχηματίσουν, με διαπραγματεύσεις που ίσως κρατήσουν αρκετές εβδομάδες ή και μήνες, κυβέρνηση συνεργασίας η οποία πιθανότατα δεν θα διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.
Ο απερχόμενος κεντροδεξιός πρωθυπουργός είδε τα ποσοστά του κόμματός του να υποχωρούν εξαιτίας της επέλασης ενός ακροδεξιού κόμματος που ξεκίνησε ως φιλοναζιστικό μόρφωμα και με ξενοφοβική ατζέντα εναντίον των μεταναστών –ας όψεται η συμπατριώτισσά τους αρμόδια Επίτροπος ΣεσίλιαΜάλστομ που ήθελε να κάνει την Ελλάδα και τη Μεσόγειο στεγανή «φυλακή» για τους απελπισμένους όλης της Αφρικής και της Ασίας-υπερδιπλασίασε την απήχησή του προσελκύοντας απογοητευμένους συντηρητικούς πολίτες.
Παρά ταύτα, κανείς δεν διανοήθηκε να μετρήσει τους πρώην (;) ναζιστές ως συνιστώσα της δημοκρατικής Κεντροδεξιάς, να μιλήσει για «παραπλανημένους», να επενδύσει πολιτικά στη ρατσιστική τους ατζέντα ή να καλλιεργήσει προσδοκίες για… μελλοντική τους «σοβαρότητα». Στο περιθώριο της πολιτικής ήταν και εκεί φαίνεται ότι θα παραμείνουν.
Η πλειοψηφούσα Κεντροαριστερά –Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Αριστεροί- που θα αναλάβει τα ηνία της χώρας έχει δεσμευθεί να αυξήσει,κατά περίπου 5 δισ. ευρώ, τις δημόσιες δαπάνες, τις οποίες μείωσαν οι προκάτοχοί της κεντροδεξιοί με περικοπές στο περίφημοσουηδικό «κράτος πρόνοιας» και ιδιωτικοποίηση διαφόρων δομών του δημοσίου που επιδείνωσαν τους δείκτες ανισότητας.
Οι δεσμεύσεις, όμως, που ανέλαβαν είναι σαφείς και δεν περιέχουν γενικόλογους αφορισμούς περί πάταξης της φοροδιαφυγής ή χρηματοδότησης από κοινοτικούς πόρους και άλλα ηχηρά παρόμοια όπως αυτά που ακούγονται διαχρονικά στην Ελλάδα από την εκάστοτε αντιπολίτευση.
Καθαρά και ξάστερα είπαν στους Σουηδούς ψηφοφόρους ότι θα αυξήσουν τη φορολογία επί των εισοδημάτων, την οποία είχαν μειώσει οι κεντροδεξιοί, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να μη διαψευστεί το προεκλογικό πρόγραμμα, όπως με μαθηματική ακρίβεια συμβαίνει με όσους εξαγγέλλουν ταυτόχρονα αύξηση δαπανών και μείωση φόρων, βαφτίζοντάς τα είτε «ισοδύναμα» είτε «μη παροχές».
Θέλετε και το καλύτερο; Ο σοσιαλδημοκράτης νέος εντολοδόχος πρωθυπουργόςΣτέφανΛεβέν δεν είναι κάποιο πρόσωπο από «τζάκι». Είναι ένας απλός οξυγονοκολλητής που διακρίθηκε ως υπεύθυνος συνδικαλιστής από εκείνους που προέρχονται από τον πραγματικό κόσμο της εργασίας και έβαλαν πλάτη όταν η χώρα τους βρέθηκε στη δεινή οικονομική κρίση.
Με αυτά και με αυτά, όπως αντιλαμβάνεται κανείς η παραμικρή σύγκριση με την Ελλάδα παραπέμπει στην παράφραση «και διηγώντας τα να κλαις…».

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Οι εκλογές, το Σύνταγμα και ο… «κουτσοφλέβαρος»

            Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που σχεδόν ποτέ δεν εξαντλείται η τετραετής θητεία της Βουλής και από την επομένη της κάλπης τα κόμματα της εκάστοτε αντιπολίτευσης ζητούν νέα λαϊκή ετυμηγορία, οι πρόωρες εκλογές συνιστούν το πλέον προσφιλές θέμα για δημοσιογράφους και πολιτευόμενους. Για τους πρώτους είναι μια άκοπη προσπάθεια που «πουλάει», ενώ τη διάψευση που συνήθως ακολουθεί ελάχιστοι τη θυμούνται. Για τους δεύτερους είναι μια μάλλον ψυχολογικού χαρακτήρα διαδικασία που εκφράζει είτε ενδόμυχες φοβίες  για το μέλλον τους είτε απλούς ευσεβείς πόθους.
            Γι΄  αυτό και μάλλον δεν πρέπει να προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση που τις τελευταίες μέρες έχουν σκάσει μύτη καινούργια «σενάρια» για πρόωρες εκλογές τον Νοέμβριο. Όπως πριν από λίγο καιρό διακινούνταν ανάλογες φημολογίες για κάλπες τον Σεπτέμβριο. Που ακολούθησαν προηγούμενες εικασίες για πολλαπλές εκλογές τον Μάιο.Που με τη σειρά τους είχαν διαδεχθεί προηγούμενες πιθανολογήσεις για το προηγούμενο φθινόπωρο.
            Τα «σενάρια» της τελευταίας εσοδείας αναζητούν έρεισμα στον –κατά τους εμπνευστές τους- ασαφή χρόνο διενέργειας των ψηφοφοριών για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Το Σύνταγμα, όντως, δεν ορίζει –και πως θα μπορούσε, άλλωστε;- ρητή προθεσμία για την εκκίνηση της διαδικασίας. Αλλά η σχετική διατύπωση, σύμφωνα με την οποία η Βουλή πρέπει να συγκληθεί για την πρώτη ψηφοφορία τουλάχιστον έναν μήνα πριν από τη λήξη της θητείας του εν ενεργεία Προέδρου, μάλλον δεν δικαιολογεί ισχυρισμούς ότι αυτό μπορεί να γίνει αρκετούς μήνες νωρίτερα.
            Για να γίνουμε πρακτικοί, η θητεία του νυν Προέδρου Κάρολου Παπούλια λήγει στις 13 Μαρτίου 2015 και άρα το αργότερο που μπορεί να ξεκινήσει η διαδικασία για την εκλογή του διαδόχου του είναι η 13η Φεβρουαρίου. «Ναι, αλλά αυτό είναι το απώτατο όριο», απαντούν οι διακινητές της σεναριολογίαςπερί πρόωρων εκλογών. Και επιχειρηματολογούν υποστηρίζοντας ότι «δεν υπάρχει πρόβλεψη για το εγγύτερο όριο» μέσα στο οποίο θα πρέπει να διεξαχθεί η πρώτη από τις τρεις ψηφοφορίες που πιθανολογείται ότι θα απαιτηθούν για να διαπιστωθεί αν υπάρχει η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την εκλογή Προέδρου από την παρούσα Βουλή ή αν θα προκύψει ανάγκη για τη διάλυσή της.
            Την απάντηση την δίνουν οι ερμηνευτές του Συντάγματος που μιλούν για τον «εύλογο χρόνο» μέσα στον οποίο πρέπει να ξεκινήσει η σχετική διαδικασία. Και έχει, νομίζω, επ΄ αυτού ιδιαίτερη σημασία η άποψη του νυν αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος στο σύγγραμμα «Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου» που εξέδωσε το 2008 αναφέρει ότι ο εύλογος χρόνος «οριοθετείται από την πρόγνωση που οφείλει να κάνει ο Πρόεδρος της Βουλής ως προς τον χρόνο που θα είναι αναγκαίος αν απαιτηθεί η διεξαγωγή τριών ψηφοφοριών στη Βουλή, η διάλυσή της, η διενέργεια βουλευτικών γενικών εκλογών, η σύγκληση της νέας Βουλής και η διεξαγωγή των άλλων τριών ψηφοφοριών στη νέα Βουλή».
Με βάση αυτό και με δεδομένο ότι, ακόμη και αν πιθανολογηθεί ότι δεν θα καρποφορήσουν οι τρεις ψηφοφορίες που προβλέπονται στην παρούσα Βουλή, η πρώτη ψηφοφορία δεν μπορεί να οριστεί πριν από τα μέσα Ιανουαρίου, αφού οι δύο μήνες που μεσολαβούν είναι υπερεπαρκής χρόνος για να τηρηθούν οι συνταγματικές προθεσμίες.Χωρίς καν να χρειαστεί να παραταθεί η θητεία του κ. Παπούλια, παρόλο που και αυτό προβλέπεται να γίνει εφόσον καθυστερήσει η εκλογή του διαδόχου του.
            Μάλιστα, κατά τον κ. Βενιζέλο, «η πρώιμη και προκαταβολική διεξαγωγή της εκλογής του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας από Βουλή η περίοδος της οποίας δεν θα εκτεινόταν μέχρι και την ημέρα της λήξης της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας συνιστά παράβαση του άρθρου 32 παρ.1 του Συντάγματος και ιδιαίτερα της δημοκρατικής αρχής, που προσδιορίζει τη χρονική διάρκεια των αντιπροσωπευτικών οργάνων».
            Εν ολίγοις, βουλευτικές κάλπες μέσα στο 2014 δεν μπορεί να στηθούν. Όχι μόνον για λόγους πολιτικής ουσίας που έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι η σημερινή συγκυβέρνηση λέει και εννοεί ότι θα εξαντλήσει τα διαθέσιμα χρονικά όρια, ευελπιστώντας ότι θα βρει τους 180 βουλευτές που θα εκλέξουν Πρόεδρο και θα παρατείνουν τη θητεία της. Αλλά και επειδή το Σύνταγμα δεν αφήνει περιθώρια για κομματικά παίγνια με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως υπονοούν οι ευφάνταστοι διακινητές των σεναρίων για εκλογές τον Νοέμβριο.
            Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, ο κρίσιμος εκλογικός μήνας είναι ο Φεβρουάριος. Και μένει να διαπιστωθεί τότε για ποιους θα αποδειχθεί… «κουτσοφλέβαρος».

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Χωρίς Κτηματολόγιο δεν υπάρχει «δίκαιος» ΕΝΦΙΑ

            Στην απολύτως δικαιολογημένη κριτική που, από πολλές πλευρές, ασκείται για το απίστευτο φιάσκο με τους υπολογισμούς στον ΕΝΦΙΑ, δεν μπορεί να μην λαμβάνεται υπόψη μια από τις βασικές γενεσιουργές αιτίες της -κατά τα άλλα- ασυγχώρητης αστοχίας του φορολογικού μηχανισμού που έχει να κάνει μετη χρόνια παθογένεια της έλλειψης Κτηματολογίου.
            Λίγο πριν συμπληρωθούν δύο αιώνες από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, η Ελλάδα εξακολουθεί να συνιστά μια ευρωπαϊκή –και μάλλον όχι μόνο- παραδοξότητα, αφού είναι η μοναδική που δεν έχει καταφέρει να καταγράψει αξιόπιστα τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα που υπάρχουν στο έδαφός της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αναπτυξιακή της προοπτική και την αντίστοιχη προσέλκυση ξένων επενδύσεων.
            Από τη Δύση, στην οποία η καπιταλιστική ανάπτυξη ξεκίνησε όταν ψηφίστηκαν οι πρώτοι νόμοι για τις περιφράξεις στην προβιομηχανική Αγγλία, ως την Ανατολή, που βίωσε την ουτοπία της κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, δεν υπάρχει άλλη χώρα που να λειτουργεί χωρίς Κτηματολόγιο.
Πρόσφατα, έλληνας τεχνικός που εργάστηκε σε εταιρία η οποία τοποθετούσε κεραίες κινητής τηλεφωνίας στη γειτονική Βουλγαρία μου περιέγραφε πως οι τοπικές δημόσιες υπηρεσίες, κάνοντας χρήση του συστήματος δορυφορικής παρακολούθησης,GoogleEarth, παρακολουθούσαν και υποδείκνυαν -δένδρο προς δένδρο!- με ακρίβεια τις απομακρυσμένες εκτάσεις στιςοποίες θα γίνονταν οι απαιτούμενες εγκαταστάσεις.
Όλα αυτά θεωρούνται αδιανόητα για τη χώρα μας, η οποία μπορεί να είναι κατά πολύ πλουσιότερη από τη Βουλγαρία,ωστόσο, μικρά και μεγάλα συμφέροντα(κατασκευαστές, μηχανικοί, συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, μεσίτες, υποθηκοφύλακες, υπάλληλοι πολεοδομίας και αρκετοί άλλοι) που επωφελούνταν επί δεκαετίες από το απίστευτο μαύρο χρήμα που κυκλοφορούσε -και εν μέρει κυκλοφορεί ακόμη- γύρω από την οικοδόμηση, όπως και από τις καταπατήσεις δημόσιας γης, δεν την αφήνουν να εκσυγχρονιστεί.
Για αντίστοιχους λόγους,άλλωστε, οι επανειλημμένεςεξαγγελίες για κατάρτιση σύγχρονου Κτηματολογίου ναυαγούν χρόνια τώρα,μετατρεπόμενες σε χοάνη στην οποία χωνεύτηκανκατά το παρελθόν τεράστια ποσά από κοινοτικές επιδοτήσεις που κατασπαταλήθηκαν καθιστώντας τη χώρα υπόλογη έναντι των εταίρων της.
Κάπως έτσι, βρισκόμαστε στο 2014 χωρίς μέχρι στιγμής ούτε σε μια περιοχή της χώρας, πλην των Δωδεκανήσων, που ενσωματώθηκαν τελευταία στην ελληνική επικράτεια, να έχουν καταγραφεί τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα Ελλήνων και αλλοδαπών σε ένα online σύστημα ώστε να μπορούν να ελεγχθούν.
Γι΄ αυτό και με τον ΕΝΦΙΑ ή χωρίς τον ΕΝΦΙΑ, όσο δεν υπάρχει ολοκληρωμένο Κτηματολόγιοδεν μπορεί να υπάρξει στοιχειωδώς δίκαιη φορολόγηση, αφού είναι αδύνατο να υπολογιστεί η πραγματική ακίνητη περιουσία και, πολύ περισσότερο, να διακριθεί η μεγάλη από την μικρή, τη μεσαία ή τη μεγάλη συσσώρευση πλούτου στον τομέα των ακινήτων.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να επιβάλλεται οριζόντια, επί της ουσίας, φορολογία επί των ακινήτων και να επιβαρύνονται σχεδόν ισοδύναμα βοσκότοποι σε χωριά, που κάποιοι τα διατηρούν στην κατοχή τους για συναισθηματικούς λόγους, παρόλο που δεν τους αποδίδουν κανένα εισόδημα, με πανάκριβα αστικά ακίνητα τα οποία αποκτώνται για επενδυτικούς σκοπούς και με την προσδοκία της υπεραξίας.
Αν μια μόνον μερίδα από τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους ανέργους που επιδοτούνται από τον ΟΑΕΔ σε προγράμματα δήθεν «κοινωφελούς εργασίας», κατευθυνόταν με ένα οργανωμένο σχέδιο στις υπηρεσίες κτηματογράφησης, το πρόβλημα θα μπορούσε να επιλυθεί μέσα σε μερικούς μήνες.
Με τον τρόπο αυτό, η χώρα θα μπορούσε να κάνει μια νέα αρχή τόσο για προς την ανάπτυξή της όσο και προς την δίκαιη φορολόγηση του πλούτου. Αλλά πού και ποιος να οργανώσει ένα τέτοιο σχέδιο και να έρθει σε σύγκρουση με όσους βολεύονται από το σημερινό χάος;Γιατί μπορεί να μην είναι οι περισσότεροι, είναι, όμως, οι ισχυρότεροι…

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Τα «κενά» στα σχολεία και η «κανονικότητα»

Με μεγάλες ελλείψεις στο εκπαιδευτικό προσωπικό ξεκινά σε λίγες μέρες μια ακόμη σχολική χρονιά. Το πρόβλημα με τα «κενά» στα σχολεία δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, αφού και στο παρελθόν της αμέριμνης ευημερίας δάσκαλοι και καθηγητές διορίζονταν με καθυστέρηση εβδομάδων και μηνών μετά την έναρξη του νέου σχολικού έτους. Η αέναη επανάληψή του, όμως, δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους.
Υποτίθεται, άλλωστε, ότι τα αμέσως προηγούμενα χρόνια έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες για τον εξορθολογισμό στην κατανομή του προσωπικού που υπηρετεί στην εκπαίδευση, αυξήθηκαν οι ώρες υποχρεωτικής διδασκαλίας και περιορίστηκαν δραστικά οι αποσπάσεις όσων υπηρετούσαν επί χρόνια σε διάφορα γραφεία –υπουργικά, βουλευτικά και άλλα- και απέφευγαν τις αίθουσες διδασκαλίας.      
Η δημόσια παραδοχή εκ μέρους του αρμόδιου υπουργού Ανδρέα Λοβέρδου ότι, παρά ταύτα, η ελληνική Πολιτεία αδυνατεί να καλύψει, έστω και με αναπληρωτές, τις τεράστιες ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί σε δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια από τις συνταξιοδοτήσεις εκπαιδευτικών, θα περίμενε κανείς να σημάνει συναγερμό στην κυβέρνηση.
Φαντάζομαι ότι σε οποιαδήποτε «κανονική» χώρα -όπως αυτάρεσκα ισχυρίζονται ότι θέλουν να μετατρέψουν την Ελλάδα οι σημερινοί κυβερνώντες- θα άνοιγε μια συζήτηση μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων, θα συνεδρίαζε, αν θέλετε, το υπουργικό συμβούλιο και θα αναζητούσε άμεσα λύση σε ένα τόσο φλέγον ζήτημα με το οποίο θα έρθουν σε λίγες μέρες αντιμέτωπα χιλιάδες –υπερφορολογούμενα, ειρήσθω εν παρόδω- νοικοκυριά.   
Δυστυχώς, όμως, τίποτε εξ αυτών δεν συνέβη. Ο μνημονιακός «κορσές» που θέλει μια μόνο πρόσληψη για κάθε δέκα αποχωρήσεις παραμένει άκαμπτος ακόμη και στην Παιδεία που αντιμετωπίζεται όπως ακριβώς και οι υπόλοιπες υπηρεσίες, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η εκπαίδευση αποτελεί τη σημαντικότερη επένδυση για το μέλλον κάθε χώρας.
Δεν κατανοώ, ειλικρινά, τι νόημα έχει να ανακοινώνεται μήνα με το μήνα όλο και μεγαλύτερο πρωτογενές πλεόνασμα και να διατυμπανίζεται η «επιτυχία» της θετικής υπέρβασης των στόχων που μας έχει θέσει η τρόικα όταν αυτό γίνεται εις βάρος της νέας γενιάς που επωμίζεται –και αυτό!- το κόστος με την παροχή χαμηλού επιπέδου εκπαιδευτικών υπηρεσιών.
Το χειρότερο όλων, όμως, δεν είναι αυτό καθεαυτό το επίπεδο των υπηρεσιών και η έμμεση προτροπή για στροφή στην παραπαιδεία που εκπέμπεται από το φαινόμενο της έλλειψης εκπαιδευτικών κυρίως προς τις τάξεις των φιλομαθών νέων. Είναι, πολύ περισσότερο, το μήνυμα της αδιαφορίας για τις ουσιώδεις ανάγκες της κοινωνίας, κορωνίδα των οποίων είναι η προετοιμασία της επόμενης γενιάς που θα κληθεί να βγάλει τη χώρα από το τέλμα της σημερινής κρίσης.    
Σε κάθε περίπτωση, μια χώρα που δεν μπορεί να προσλάβει τους δασκάλους που της χρειάζονται για να μορφώσει τα παιδιά της, δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει μια «κανονική χώρα»…

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Ζητείται κουλτούρα συνεργασίας



            Δύο βουλευτές που εκλέγονται στην ίδια εκλογική περιφέρεια και συστεγάζονται στο ίδιο κόμμα κατέθεσαν αυτές τις μέρες μια τροπολογία στη Βουλή για ένα θέμα της περιοχής του. Ο αρμόδιος υπουργός, που είχε οδηγία από υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια να την κάνει δεκτή, ήρθε σε δύσκολη θέση γιατί η τροπολογία, αν και είχε όμοιο περιεχόμενο, είχε κατατεθεί εις διπλούν.
            Ο έχων την αρχική πρωτοβουλία κυβερνητικός βουλευτής είχε ζητήσει την προσυπογραφή της δικής του τροπολογίας από συντοπίτη του βουλευτή άλλου κόμματος. Ο έτερος κυβερνητικός βουλευτής, μη βρίσκοντας άλλον διαθέσιμο από την περιφέρεια τους, ζήτησε να του συνυπογράψει το δικό του κείμενο ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος, ο οποίος εξεπλάγη όταν αργότερα πληροφορήθηκε ότι υπήρχε ήδη κατατεθειμένη πανομοιότυπη τροπολογία.
            Ο υπουργός είπε στους κοινοβουλευτικούς ιθύνοντες να καλέσουν τους δύο βουλευτές για να συνεννοηθούν μεταξύ τους ώστε να αποσυρθεί η μια από τις δυο τροπολογίες και να υπογράψουν από κοινού μια άλλη, αλλά η απάντηση που πήρε ήταν: «Είναι αδύνατο αυτό που ζητάτε. Οι δύο βουλευτές δεν μιλιούνται μεταξύ τους…».
            Το απολύτως πραγματικό αυτό περιστατικό –τα ονόματα των πρωταγωνιστών παρέλκουν γιατί δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία…- είναι αποκαλυπτικό για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ελληνική πολιτική ζωή. Δύο βουλευτές από την ίδια παράταξη και την ίδια εκλογική περιφέρεια αδυνατούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και συμπεριφέρονται ως… ανταγωνιστικές συμμαθήτριες που διεκδικούν το ίδιο… αγόρι και η μια πεισμώνει με την άλλη και δεν της μιλάει.
            Το φαινόμενο της αδυναμίας συνεννόησης του εγχώριου πολιτικού προσωπικού δεν περιορίζεται στους ανταγωνιζόμενους βουλευτές στο πλαίσιο της τοπικής ψηφοθηρικής διαμάχης. Έχει, δυστυχώς, ευρύτερες διαστάσεις και διατρέχει οριζοντίως και καθέτως το πολιτικό σύστημα, το οποίο φαίνεται να πάσχει από χρόνια έλλειψη κουλτούρας συνεργασίας.
            Είναι η «ασθένεια» που εμποδίζει τον διάλογο ανάμεσα στις βασικές πολιτικές δυνάμεις. Παλαιότερα ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και στο ΠΑΣΟΚ. Και τα τελευταία χρόνια μεταξύ της συγκυβέρνησης ανάγκης που συνήψαν οι άλλοτε «αιώνιοι» αντιπάλοι και του ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί την κύρια πολιτική δύναμη της αντιπολίτευσης.
            Είναι η «παθογένεια» που δεν επιτρέπει να υπάρχει δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα, οι οποίοι δεν ανταλλάσσουν ούτε χειραψία, ακόμη και στις σπάνιες κοινές εκδηλώσεις που συνευρίσκονται, όπως κατά την πρόσφατη εκδήλωση για τα σαραντάχρονα από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
            Έκφανση του ίδιου φαινομένου είναι, εξάλλου, ο προβληματικός τρόπος με τον οποίο πορεύεται η δικομματική κυβέρνηση που δεν καταφέρνει να τηρήσει ούτε τη στοιχειώδη και τόσο γενικόλογη προγραμματική συμφωνία που συναποφάσισε. Με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κάθε τρεις και λίγο τριβές ανάμεσα στους κυβερνητικούς εταίρους για ζητήματα που δεν άπτονται των ιδεολογικών διαφορών που τους χωρίζουν.
            Στον ίδιο καμβά, επίσης, διαγράφεται ο προσχηματικός και απολύτως υποκριτικός τρόπος με τον οποίο –υποτίθεται ότι- ξεκίνησε ο διάλογος για την Κεντροαριστερά όταν είναι φανερό ότι καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές –είτε πρόκειται για τη ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ, είτε για την ΔΗΜΑΡ και τον ΣΥΡΙΖΑ- δεν έχει ειλικρινή βούληση να προχωρήσει αυτή η διαδικασία.            
            Υπό αυτές τις συνθήκες και με την απόλυτη επικράτηση της νοοτροπίας που θέλει τους πολιτικούς αντιπάλους –εσωκομματικούς και μη- να αντιμετωπίζονται ως «εχθροί», η επαγγελλόμενη επιστροφή της χώρας στην ευρωπαϊκή «κανονικότητα» δεν μπορεί παρά να ηχεί παράταιρα. Και, σε κάθε περίπτωση, δύσκολα μπορεί να καλύψει τις ένθεν κακείθεν παρωχημένες εμφυλιοπολεμικές κραυγές που δίνουν τον τόνο στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση.
            Κακά τα ψέματα, χωρίς εμπεδωμένη κουλτούρα συνεργασίας τόσο μέσα στα ίδια τα κόμματα όσο και στον αναγκαίο για τη λειτουργία των θεσμών διάλογο μεταξύ των αντιπάλων πολιτικών δυνάμεων, η Ελλάδα θα εξακολουθήσει, ακόμη και στη μεταμνημονιακή -οψέποτε αυτή έρθει…- εποχή να είναι ένας ευρωπαϊκός «παρίας».