Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Αντιφάσεις και διλήμματα, μπροστά στη νέα κάλπη

Ένα δίλημμα με κατατρύχει τις τελευταίες ημέρες, καθώς πλησιάζει η ώρα της νέας κάλπης και οι βασικοί διεκδικητές της εξουσίας παρουσιάζουν τις προγραμματικές εξαγγελίες τους. Αναρωτιέμαι: είναι προτιμότερο να εύχεται κανείς να εφαρμοστούν όλα αυτά που, με περισσή προχειρότητα, η οποία δεν ταιριάζει στην εποχή μας, ακούγονται από τις τηλεοράσεις και τα προεκλογικά μπαλκόνια ή να ελπίζει ότι θα αποδειχτούν, για άλλη μια φορά, ψεύτικα μεγάλα προεκλογικά λόγια, που θα διαψευστούν στην πράξη;
Δυσκολεύομαι ειλικρινά να αποφανθώ. Και η δυσκολία μου δεν προέρχεται μόνον από το γεγονός ότι χρειάστηκε να φθάσουμε στο «παρά πέντε» των δεύτερων εκλογών για να μάθουμε τις κυριότερες από τις προεκλογικές διακηρύξεις, οι οποίες, σε κάποιες περιπτώσεις είναι, λιγότερο ή περισσότερο, διαφοροποιημένες από εκείνες με τις οποίες κάποια κόμματα διεκδίκησαν την ψήφο μας μόλις πριν από λίγες εβδομάδες.
Δυσκολεύομαι, κυρίως, από το περιεχόμενο των υποσχέσεων που δίνονται  και που στην πλειονότητά τους αποτελούν επανάληψη παρελθούσας μεθοδολογίας, αντίστοιχης με εκείνη που οδήγησε στη σημερινή δυσμενή πραγματικότητα. Πραγματικότητα, η οποία, κατά τη δική μου, τουλάχιστον, προαίρεση, προέρχεται από την επί χρόνια καλλιεργούμενη νοοτροπία πως τα πάντα μπορούμε να τα περιμένουμε από τους «άλλους». Και πάνω από όλα από το… κράτος που μπορεί να δανείζεται και να δαπανά εσαεί, την ίδια στιγμή που εμείς μπορούμε να ασκούμεθα, επαναστατικώ τω τρόπω, στην υποκίνηση και υπόθαλψη κινημάτων «δεν πληρώνω» .
Και τι δεν βρίσκει κανείς στις προεκλογικές διακηρύξεις, που είναι, μάλιστα, ντυμένες με τον μανδύα του «κυβερνητικού προγράμματος»: Αφόρητες γενικότητες για το πόσο… σπουδαία είναι η παγκόσμια ειρήνη, επικίνδυνα αφελείς προσεγγίσεις για σοβαρά ζητήματα, που φθάνουν μέχρι την παγκόσμια πρωτοτυπία του αφοπλισμού της αστυνομίας και των ανοιχτών φυλακών, σε μια χώρα με έντονο πρόβλημα εγκληματικότητας, πειραματισμούς με την εξαγγελία χορήγησης ταξιδιωτικών εγγράφων σε όλους τους παράνομους μετανάστες, υποσχέσεις που «χαϊδεύουν αυτιά» για αποκατάσταση μισθών, συντάξεων, διπλασιασμό επιδομάτων και επιβολή «διατίμησης» (!) σε βασικά καταναλωτικά αγαθά.
Ποιος, αλήθεια, δεν θα ήθελε να μας συμβούν όλα αυτά τα ωραία και παραδείσια; Αν, όντως, ήμασταν μια «κοινωνία αγγέλων» σε μια απομονωμένη χώρα με οικονομική αυτάρκεια και περίσσεια πλουτοπαραγωγικών πόρων, όπως αυτή που… φαντασιώνονται διάφοροι πολιτικάντηδες που διακηρύσσουν πως τάχατες η ανακήρυξη της ΑΟΖ θα μας καταστήσει αυτόματα παγκόσμιο ενεργειακό παίκτη, μπορεί πράγματι να μπορούσαμε και φόρους να μην πληρώνουμε και παχυλές συντάξεις (όπως αυτές που υπόσχεται ο… Στέφανος Μάνος!) να εισπράττουμε, επιδιδόμενοι στην αποτελεσματική επίλυση των παγκοσμίων προβλημάτων της μετανάστευσης και της ειρήνης στον κόσμο.
Δυστυχώς, όμως, συμβαίνει να ζούμε σε μια μικρή και υπερχρεωμένη, όσο καμία άλλη,  χώρα που έχει ανάγκη δανεικών για να συνεχίσει να λειτουργεί, ακόμη και αν της χαριστεί το σύνολο των παλαιών δανείων. Γι΄ αυτό και δεν χρειάζεται κανείς να είναι οικονομολόγος για να αντιληφθεί πως  πρώτιστο καθήκον της κυβέρνησης που θα προκύψει τη μεθεπόμενη Κυριακή, είναι να βρει τρόπους να συνεχιστεί απρόσκοπτα η χρηματοδότηση του δημοσίου για να μην «κατεβάσει ρολά» το κράτος που λέγεται η Ελλάδα. 
Παρακάμπτοντας τα επιμέρους, έχει, νομίζω, σημασία να δούμε τι λέει επ΄ αυτού το «νεότευκτο» κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Επαναλαμβάνω αυτολεξεί όσα ακούστηκαν, την περασμένη Παρασκευή, από τα χείλη του επικεφαλής του, Αλέξη Τσίπρα: «Θα διεκδικήσουμε νέα αναδιαπραγμάτευση του χρέους, με στόχο τη δραστική μείωσή του, ή ένα μορατόριουμ για το χρέος και αναστολή πληρωμών των τόκων, έως ότου διαμορφωθούν συνθήκες σταθεροποίησης και ανάκαμψης της οικονομίας».
«Το ύψος εξυπηρέτησης του χρέους θα πρέπει, επίσης, να συνδεθεί με το ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή με το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ (ρήτρα ανάπτυξης)», πρόσθεσε ο κ. Τσίπρας. Απέφυγε, ωστόσο, να πει πότε, έστω κατά προσέγγιση, και με ποιες συγκεκριμένες επενδυτικές πρωτοβουλίες, ευελπιστεί ότι η χειμαζόμενη ελληνική οικονομία μπορεί να περάσει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τέτοιους που να της επιτρέπουν να καλύψει επείγουσες ανάγκες, άμεσες και μεσοπρόθεσμες, όπως, π.χ., η επαναγορά του ΟΤΕ, ώστε, κατόπιν, να είναι σε θέση να αποπληρώνει, έστω, μέρος του συσσωρευμένου χρέους.
Δύο εβδομάδες, όμως, πριν από τις εκλογές, δεν θα έπρεπε να είναι πλήρως αποσαφηνισμένο πόσο επιπλέον χρέος πρέπει να διαγραφεί, όπως και ποιο κομμάτι του θεωρείται «απεχθές» και θα εξαιρεθεί από την αποπληρωμή; Πιθανολογώ, καλόπιστα, ότι η απάντηση στο ερώτημά μου είναι πως όλα αυτά είναι στοιχεία της διαπραγμάτευσης που θα ξεκινήσει η νέα κυβέρνησης, η οποία «αμέσως μετά την ακύρωση του Μνημονίου, θα καταγγείλει τους επαχθείς όρους και θα ζητήσει την επαναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης». 
Σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, όσοι κατέχουν ελληνικά ομόλογα (διεθνείς οργανισμοί, ευρωπαϊκές χώρες, ξένες και εγχώριες τράπεζες, κερδοσκοπικά funds, ιδιώτες επενδυτές, ασφαλιστικά ταμεία, και όποιοι άλλοι) γιατί θα δεχθούν νέο «κούρεμα» των απαιτήσεών τους και μαζί αναστολή πληρωμής των τόκων και ρήτρα εξυπηρέτησης της εναπομείνασας υποχρέωσής μας; Μήπως, εν τέλει, τους είναι ευκολότερο να μας τα… χαρίσουν; Και αν μας… χαρίσουν αυτά, γιατί θα μας δώσουν τα επόμενα που χρειαζόμαστε για να βγάλουμε τη φετινή χρονιά;
Βρίσκω όλα τούτα άκρως αντιφατικά. Και γι΄ αυτό ξεκίνησα με το δίλημμα της ευχής για εφαρμογή των προεκλογικών διακηρύξεων ή της ελπίδας για προσγείωση στην πραγματικότητα. Και τα δύο μου φαίνονται εξίσου προβληματικά. Το πρώτο μου μοιάζει απίστευτη ουτοπία και «δονκιχωτισμός». Το δεύτερο, φοβάμαι, θα απογοητεύσει πολύ κόσμο, ο οποίος στην επόμενη, ίσως, κάλπη να αναζητήσει άλλες -ενδεχομένως, πιο επικίνδυνες- «αντισυστημικές» δυνάμεις για να εκφράσει την οργή από τη νέα διάψευση.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Η αντιγραφή του χθες δεν οδηγεί στο αύριο

Παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η προεκλογική αντιπαράθεση των κομμάτων, έχω την αίσθηση πως ματαιοπονεί κανείς στην προσπάθεια αναζήτησης στοιχείων που να αποτυπώνουν το νέο που -υποτίθεται ότι- ζήτησαν οι πολίτες με την ψήφο τους στις 6 Μαΐου, έστω και αν το αίτημα εκδηλώθηκε με κατακερματισμό και διασπορά των επιλογών.
            Αναρωτιέμαι, για παράδειγμα, αν, μετά την -κατά πολλούς δικαιολογημένη- καταδίκη του λεγόμενου δικομματισμού, οι δυνάμεις, που αναδείχθηκαν ενισχυμένες από την τελευταία κάλπη και διεκδικούν επαύξηση της επιρροής τους στη νέα αναμέτρηση της 17ης Ιουνίου, συνιστούν τους φορείς εκείνους που είναι οι κατάλληλοι για να ανοίξουν νέοι δρόμοι για τον  τόπο και να δημιουργήσουν ελπίδα και προοπτική στους ανήσυχους πολίτες.
            Χωρίς να παριστάνω τον αντικειμενικό, προσπαθώ να είμαι ανοιχτός και καλοπροαίρετος στις επισημάνσεις μου. Γι΄ αυτό και δεν ασχολούμαι με τις –ένθεν κακείθεν- διχαστικές απλουστεύσεις που θέτουν αντιμέτωπους από τη μια τους «προδότες» και «προσκυνημένους» μνημονιακούς και από την άλλη τους αλαζονικούς «μικρομέγαλους» που θέλουν να μας πάνε στη δραχμή.
Προτιμώ να εστιάσω στα συγκεκριμένα και επ΄ αυτών να εκφράσω τις αμφιβολίες μου για τη φορά των προεκλογικών πραγμάτων. Θα περίμενε, ας πούμε, κανείς ότι οι θιασώτες του «νέου» να ήταν έτοιμοι να ανατρέψουν, όχι με λόγια, αλλά με πράξεις, όλα εκείνα που στις νηφάλιες συζητήσεις, που κάνουμε μεταξύ μας, όταν αφήνουμε στην άκρη τις παραμορφωτικές παρωπίδες, συνομολογούμε ότι αποτελούν χρόνιες παθογένειες που ταλαιπωρούν όλους μας.
Ας πάρουμε, ως παράδειγμα, τη φοροδιαφυγή, η έκταση της οποίας αναμφισβήτητα πλήττει το σύνολο της κοινωνίας και πρωτίστως τους οικονομικά αδύναμους. Σε βαθμό, μάλιστα, τέτοιο που η καταπολέμησή της να αποτελεί όρο επιβίωσης του ελληνικού δημοσίου και, πολύ περισσότερο, αυτού που λέγεται «κοινωνικό κράτος», το οποίο χωρίς χρηματοδότηση, δια της φορολογίας, δεν είναι παρά «ένα πουκάμισο αδειανό».     
Με λύπη διαπιστώνω ότι στις θολές και πολύ συχνά αντικρουόμενες προγραμματικές θέσεις που διατυπώνουν τις τελευταίες μέρες λογής – λογής στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αποφεύγουν επιμελώς να θίξουν τη διαπιστωμένη ανάγκη αναδιάρθρωσης των φοροεισπρακτικών μηχανισμών που αποτελεί προϋπόθεση για να γίνει αποτελεσματικό το σύστημα συλλογής των φόρων, με βάση την κοινά παραδεκτή συνταγματική πρόνοια, σύμφωνα με την οποία καθένας συμβάλει ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητά του.
Μου δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν πρόκειται για παράλειψη, όταν μάλιστα οι ίδιοι αναγνωρίζουν την ανάγκη αύξησης των δημοσίων εσόδων και γι΄ αυτό εξαγγέλλουν φόρους και εισφορές, που είμαι περίεργος να δω, αν και όταν βρεθούν στα πράγματα, πως θα επιβάλουν την είσπραξή τους, όταν μέχρι πρότινος υπέθαλπαν –αν δεν καθοδηγούσαν, κιόλας- τα περιβόητα κινήματα «δεν πληρώνω», προσδίδοντας ιδεολογικά χαρακτηριστικά σε μια καταφανώς αντικοινωνική συμπεριφορά, τουλάχιστον από εκείνους που είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν.
Πιστεύω, αντιθέτως, ότι αποφεύγουν σκοπίμως τη συζήτηση για την αναδιάρθρωση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών, επειδή δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν τους καινούργιους «πελάτες» που προσήλκυσαν, συμπεριφερόμενοι, έτσι, όπως έκαναν, δεκαετίες τώρα, οι δυνάμεις που οι ίδιοι επικρίνουν και τις οποίες, αντιγράφοντας συνθήματα του χθες, υποτίθεται ότι θέλουν να θέσουν στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας».
Φοβούνται, προφανώς, πως, αν ανοίξει μια τέτοια συζήτηση, θα περιλάβει το ευρύτερο ζήτημα της λειτουργίας του δημόσιου τομέα και της ανάγκης για αξιολόγηση. Ένα ζήτημα που αποτελεί «ταμπού» τόσο για την παραδοσιακή, όσο και για τη νεόφερτη «πελατεία» που συνέρρευσε στα μέχρι πρότινος «μικρομάγαζα» που μεγάλωσαν απότομα και οι διαχειριστές τους, αμήχανοι και οι ίδιοι από την κοσμοσυρροή, παραμένουν στο κλασσικό δόγμα «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», ακόμη και όταν είναι βέβαιο πως τα διαθέσιμα αποθέματα του… καταστήματος δε μπορούν να ικανοποιήσουν τους πάντες.
Ξέρω πως όταν κάποιος είναι «καβάλα στο κύμα» και έχει ούριο τον άνεμο, δύσκολα, ιδίως αν είναι νεοφώτιστος, λαμβάνει υπόψη του τις προειδοποιήσεις. Βλέπω, εξάλλου, γύρω μου κλειστά αυτιά απέναντι σε κάθε είδους μετριοπαθείς εκτιμήσεις. Διαπιστώνω, επίσης, απροθυμία να αναγνωριστούν αιτιώδεις σχέσεις των προβλημάτων, την ίδια ώρα που επαναλαμβανόμενοι απλοϊκοί ισχυρισμοί, κυρίως όταν περιλαμβάνουν μεγάλη δόση συνωμοσιολογίας, μετρούν περισσότερο από τα λογικά επιχειρήματα.
Προσωπικά, ωστόσο, δεν πτοούμαι. Και χωρίς να διστάζω να αναγνωρίσω ότι, ενδεχομένως, στην παρούσα συγκυρία, ο λόγος μου να έχει μειοψηφική απήχηση, επιμένω στη θέση μου. Θέση, με την οποία πήρα την απόφαση πριν από περίπου δύο χρόνια να εκτεθώ στην κρίση των Θεσπρωτών και η οποία συνοψίζεται στην εδραία πεποίθησή μου πως η αντιγραφή του χθες δεν οδηγεί στο αύριο.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Ούτε ένας... «κοψοχέρης» στις 18 Ιουνίου

Τέσσερις στους δέκα ψηφοφόρους που συμμετείχαν στην εκλογική αναμέτρηση της 6ης Μαΐου, εμφανίζονται, στις πρώτες μετεκλογικές δημοσκοπήσεις,  να θέλουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να «διορθώσουν» την ψήφο τους και μόνον το 58% του εκλογικού σώματος δηλώνει έτοιμο να επαναλάβει την επιλογή του στις νέες κάλπες που θα στηθούν στις 17  Ιουνίου.
Είναι ένα πολύ σημαντικό εύρημα, το οποίο θεωρώ ότι επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό «αλλοπρόσαλλο» που χρησιμοποίησα για το εκλογικό αποτέλεσμα, γράφοντας -«εν θερμώ», όπως παραδεχόμουν- για τούτη τη στήλη, το πρωί της επομένης των τελευταίων εκλογών, το κείμενο με το οποίο κατέληγα στο συμπέρασμα ότι οι νέες κάλπες ήταν αναπότρεπτες.
Είχα την αίσθηση και, προϊόντος του χρόνου, μου γίνεται εδραία πεποίθηση πως το σκηνικό το οποίο διαμορφώθηκε στις κάλπες του Μαΐου εξέπληξε και πολλούς από εμάς που είχαμε συμβάλει στη διαμόρφωσή του με την ψήφο μας, η οποία, εξαιτίας της ατμόσφαιρας που είχε δημιουργηθεί προεκλογικά στη χώρα, δόθηκε με κριτήρια που δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες των καιρών.
Δύο κατά τη γνώμη μου υπήρξαν οι λόγοι, για τους οποίους συνέβη αυτό το παράδοξο: Ο πρώτος λόγος ήταν τα αισθήματα θυμού και οργής κατά του πολιτικού συστήματος που επικράτησαν σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση. Και ο δεύτερος λόγος ήταν ότι αρκετοί συνέλληνες έκαναν την τελική τους επιλογή, έχοντας προεξοφλήσει ότι η χώρα ούτως ή άλλως θα είχε κυβέρνηση, καθώς τα δύο πρώην κυβερνητικά κόμματα θεωρούνταν βέβαιο ότι, βοηθούντος και του εκλογικού συστήματος, θα συγκυβερνούσαν.
Κάπως, έτσι, στην ουσιαστικά σύντομη προεκλογική περίοδο, που διανύθηκε πριν από τις 6 Μαΐου και η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της αναλώθηκε σε δευτερεύοντα ζητήματα, όπως το αν θα γινόταν ή όχι η περίφημη τηλεμαχία, χάθηκε το βασικό διαχρονικό στοιχείο των εκλογών που δεν είναι άλλο από την ανάδειξη κυβέρνησης, την ίδια ώρα που τα περισσότερα κόμματα κατέβηκαν στην εκλογική κονίστρα χωρίς καν να δημοσιοποιήσουν το πρόγραμμά τους.
Σιγά - σιγά, ωστόσο, ο θυμός και η οργή φαίνεται να υποχωρούν, χωρίς, πάντως, να συμβαίνει το ίδιο και με τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες που δυστυχώς ορισμένες πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να καλλιεργούν, επιμένοντας να εκπέμπουν το μήνυμα πως αρκεί να αλλάξει ο διεθνής περίγυρος και όλα, αυτομάτως, να ξαναγίνουν ρόδινα στον τόπο μας.
Είναι θετικό, όμως, που η πλειονότητα των διεκδικητών της ψήφου μας, θέτουν, πλέον, ως πρώτη προτεραιότητα το ζήτημα της διακυβέρνησης. Και πάνω σε αυτόν τον άξονα άρχισε να διεξάγεται ο προεκλογικός αγώνας, έστω και αν η, ένθεν κακείθεν, προγραμματική «γύμνια» παραμένει ορατή δια γυμνού οφθαλμού, με αποτέλεσμα τις γνωστές «κεραμίδες» που εξαπολύουν από τα τηλεπαράθυρα πολιτικά στελέχη και εκλεγμένοι βουλευτές.
Υπό αυτή την έννοια, δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος ότι το αποτέλεσμα της νέας κάλπης θα είναι αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο τόπος. Δεν αποκλείω, όμως, και να κάνω λάθος, κάτι που εύχομαι ειλικρινά, διατηρώντας την ελπίδα πως όσοι, εν τέλει, κληθούν να αναλάβουν υπεύθυνες θέσεις θα υποχρεωθούν να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα, όπως αυτή είναι διαμορφωμένη και χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς των ιδεοληψιών από τις οποίες αρκετοί διακατέχονται.
Στις τέσσερις εβδομάδες που απομένουν, έχουμε να δούμε και να ακούσουμε πολλά. Καθώς, όμως, αυτή τη φορά οι εκλογές γίνονται με λίστα, οπότε τα πρόσωπα των υποψηφίων βουλευτών περνούν σε δεύτερη μοίρα, αποτελεί μοναδική, ίσως, ευκαιρία να γίνει, επιτέλους, ουσιαστικός διάλογος επί των προγραμματικών θέσεων των κομμάτων, όχι μόνον για το κεντρικό ζήτημα του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας, αλλά και για όλα τα υπόλοιπα.
Ο χρόνος είναι επαρκής για να τεθούν όλα τα ζητήματα: από το δίλημμα ευρώ ή δραχμή ως το ρόλο του τραπεζικού συστήματος, από τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και στον κόσμο ως το μεταναστευτικό, από τη διάρθρωση και το εύρος του δημόσιου τομέα ως το καθεστώς των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, από τη φαρμακευτική δαπάνη ως τη φοροδιαφυγή και πάει λέγοντας.
Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι την επομένη της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης, δεν επιτρέπεται να υπάρξει ούτε ένας «κοψοχέρης», μετανοημένος, δηλαδή, για την ψήφο που έδωσε.  

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Και στις δημοκρατίες υπάρχουν αδιέξοδα!

Με τόσα ελλείμματα να κατατρύχουν αυτή τη χώρα (εμπορικό, δημοσιονομικό και πάει λέγοντας), δεν θα μπορούσε παρά όλα αυτά να ισοσκελίζονται με κάποια πλεονάσματα, όπως τα… πλεονάσματα του ανορθολογισμού, του λαϊκισμού και της γενικευμένης ανευθυνότητας, που βλέπουμε να εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας, με αποτέλεσμα να οδηγούνται οι μετεκλογικές εξελίξεις σε ένα άνευ προηγουμένου πολιτικό αδιέξοδο.
Άλλωστε, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, δεν θα βρισκόμαστε στην προ των τελευταίων εκλογών κατάσταση, η οποία καθόρισε, εν πολλοίς, και το αποτέλεσμα της κάλπης της 6ης Μαΐου. Επί σειρά ετών οι Έλληνες πολίτες «εκπαιδεύονται» να ζουν στο παρόν, να «ωραιοποιούν» το παρελθόν, να αδιαφορούν για το μέλλον και, κυρίως, να πιστεύουν ότι σε αυτή τη χώρα όλα μπορούν να γίνονται και μάλιστα χωρίς συνέπειες.
Μπορούν, επί παραδείγματι, να γίνονται Ολυμπιακοί Αγώνες και το δυσβάστακτο κόστος τους να πληρώνεται με δανεικά. Μπορεί, επίσης, μια τόσο μικρή χώρα να πρωταγωνιστεί, επί δύο δεκαετίες, στο ευρωπαϊκό μπασκετικό στερέωμα και κανείς να μη συνδέει το γεγονός αυτό με τον πολλαπλασιασμό από χρόνο σε χρόνο της φαρμακευτικής δαπάνης που καταγράφηκε την ίδια περίοδο.
Με αυτά και με πολλά άλλα, μικρά και μεγάλα, η παγκόσμια οικονομική κρίση βρήκε παντελώς απροετοίμαστη την ελληνική κοινωνία για τα δύσκολα που είχε και έχει μπροστά της. Μοιραία, λοιπόν, οι ψηφοφόροι επέλεξαν, για μια ακόμη φορά, τον διαφαινόμενο δρόμο της ευκολίας, αδιαφορώντας για το κρίσιμο διακύβευμα όλων των εκλογικών αναμετρήσεων, που, κατά τη γνώμη μου, δεν άλλο από την απόφαση για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Ορισμένοι προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα γεγονότα των ημερών με ανιστόρητες αναλογίες, όπως ο παραλληλισμός του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα με τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ Ανδρέα Παπανδρέου, συγχέοντας πρόσωπα, εποχές και περιστάσεις και θυμίζοντας τη γνωστή ρήση για τη «φάρσα» της ιστορικής επανάληψης.
Αγνοούν όλοι αυτοί ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, εκτός από χαρισματική πολιτική προσωπικότητα, είχε ένα μοναδικό, για την ελληνική πολιτική τάξη της εποχής του, επιστημονικό υπόβαθρο, αλλά κυρίως δεν λαμβάνουν υπόψη τους ότι κινήθηκε σε γεωπολιτικές προσλαμβάνουσες που καμία σχέση δεν έχουν με τη σημερινή πραγματικότητα.
Αναμφίβολα, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο ηγέτης της εποχής του. Υπήρξε ο πολιτικός που εξέφρασε τα καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα εκείνης της περιόδου, αλλά, συνάμα, καθοδήγησε, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο επιτυχημένα, τις ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις σε μια εποχή, εντελώς διαφορετικής από τη σημερινή.
Ναι μεν, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, ερχόμενος στην εξουσία, το 1981,  εφήρμοσε τις -αναγκαίες για την εποχή- κεϊνσιανές πολιτικές, προς την κατεύθυνση της αναδιανομής των εισοδημάτων, είναι, όμως, ο ίδιος που, όταν απαιτήθηκε από τις εσωτερικές και διεθνείς περιστάσεις, έδωσε το «σήμα» της περιοριστικής πολιτικής και του περιορισμού του δημοσίου χρέους, προσπάθεια που ξεκίνησε επί των ημερών της δεύτερης πρωθυπουργικής θητείας του και κατέληξε με την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ.
Εκείνο, όμως, που, κατά την άποψή μου, τον διαφοροποιεί περισσότερο από πολλούς άλλους ηγέτες εκείνης της περιόδου, αλλά και μεταγενέστερους, είναι ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, στις κρίσιμες στιγμές για τη χώρα, δεν αρνήθηκε την ανάληψη της ευθύνης. Ξανοίχτηκε στον διπολικό, τότε, κόσμο, έκανε συμμαχίες, όπου μπορούσε, χωρίς να αποφύγει τις συγκρούσεις με προσωπικότητες όπως ο Ρ. Ρήγκαν και η Μ. Θάτσερ.
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, όλα αυτά δεν αποτελούν παρά παρελθοντολογία, πολύ μακρινή και άσχετη από τις σημερινές ανάγκες. Ένοιωσα, ωστόσο, την ανάγκη να κάνω τούτες τις επισημάνσεις, παρακολουθώντας, με μεγάλη ανησυχία, τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο μετεκλογικός δημόσιος διάλογος, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, πόρρω απέχει από τη συνειδητοποίηση της δραματικής κατάστασης που βιώνουμε.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά τούτες τις μέρες, μου μοιάζει ως απόλυτη… κουταμάρα η περιώνυμη ρήση «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Βλέποντας όσα συμβαίνουν γύρω μας νομίζω ότι πρέπει να αναθεωρηθεί και να αντικατασταθεί από τη φράση και στις δημοκρατίες, τουλάχιστον σε όσες πορεύονται στον αστερισμό του χθες, υπάρχουν αδιέξοδα….


*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Πορεία στο άγνωστο…

Όπως στην πραγματική ζωή, έτσι και στην πολιτική, ο θυμός και η οργή δεν υπήρξαν ποτέ καλός σύμβουλος για τη λήψη αποφάσεων. Αυτό, νομίζω, ότι είναι το πρώτο και κύριο συμπέρασμα από τη λαϊκή ετυμηγορία της Κυριακής.
Θεωρώ, γράφοντας και ο ίδιος "εν θερμώ" τούτες τις γραμμές, πως, πέραν πάσης αμφιβολίας, η ψήφος της πλειονότητας των πολιτών που προσήλθαν στις κάλπες, ήταν ένα –δικαιολογημένο, μόνον ως έναν βαθμό- ξέσπασμα οργής και θυμού για το παλαιό πολιτικό σύστημα και τους εκφραστές του.
Μόνον, όμως, που στη θέση του παλαιού και –γιατί όχι;-  χρεοκοπημένου παλαιού συστήματος δεν στήθηκε, κατά την άποψή μου, τίποτε που να δημιουργεί την  προσδοκία  του καινούργιου και ελπιδοφόρου ξεκινήματος που είχε ανάγκη ο τόπος.
Η χώρα πορεύεται, πλέον, στο άγνωστο περιβάλλον της ακυβερνησίας και στα αχαρτογράφητα νερά της πολιτικής αστάθειας, σε τόσο υψηλό βαθμό που εύκολες ερμηνείες ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της έλευσης του ΔΝΤ στην Ελλάδα δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα της ύφεσης και της ανεργίας που βιώνουμε.
Όπως και με άλλες ευκαιρίες έχει επισημάνει η στήλη, μια τέτοια ανάλυση συγχέει το αίτιο με το αιτιατό και αγνοεί κατάφωρα την πολυπλοκότητα της δυσμενούς οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, με την οποία είναι αντιμέτωπη η χώρα.
Το ακόμη χειρότερο, όμως, είναι ότι όταν εκπέμπονται τέτοια «σήματα», καλλιεργείται στην κοινωνία η ψευδής εντύπωση ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις, τις οποίες απλώς η εγχώρια πολιτική τάξη δεν επέλεξε.
Με αυτά και με αυτά, οδηγηθήκαμε στην πολυδιάσπαση και στον κατακερματισμό των επιλογών των ψηφοφόρων και στην –άκρως ανησυχητική- ενίσχυση ακραίων αντιπολιτικών και αντιδημοκρατικών δυνάμεων που και μόνον η θέασή τους προκαλεί ανατριχίλα.
Το πλήρες αδιέξοδο που συνιστά η αδυναμία σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης, ξεπερνά τη σεισμική κατάρρευση του δικομματισμού, που, αν θέλετε, είναι το μικρότερο «κακό» από όσα προέκυψαν από την κάλπη.
Προσωπικά δεν θα είχα καμία αντίρρηση –το αντίθετο, θα εισηγούμην, αν ήταν στην ευχέρειά μου- να αποσυρθούν άμεσα από την σκηνή οι δυνάμεις που άσκησαν κυβερνητική εξουσία και να «αφήσουν τόπο» στους υπόλοιπους.
Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, καθώς από το αλλοπρόσαλλο αποτέλεσμα της κάλπης αναδεικνύεται η αδυναμία και η ανετοιμότητα ανάληψης ευθυνών από τις δυνάμεις που έχουν «εκπαιδευτεί» αποκλειστικά και μόνον σε ασκήσεις διαμαρτυρίας και άρνησης ανάληψης ευθύνης.
Περισσότερο από ποτέ, όμως, τούτη η ώρα είναι ώρα ευθύνης για όλους και το άγνωστο, που πήρε τη θέση του αβέβαιου, πρέπει το γρηγορότερο να φωτιστεί, ακόμη και αν για τούτο χρειαστεί, αργά ή γρήγορα, η προκήρυξη νέων εκλογών που προβάλει ως αναπότρεπτη.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Στις κάλπες… «με λογισμό και μ΄ όνειρο»

            Πολλές οι σκέψεις και ακόμα περισσότερος ο προβληματισμός όλων μας, λίγα εικοσιτετράωρα πριν από τις κάλπες της Κυριακής, στις οποίες καλούμαστε να προσέλθουμε εν μέσω μιας, από πολλές απόψεις, πρωτόγνωρης πολιτικής ατμόσφαιρας, τέτοιας που δυσκολεύεται κανείς να βρει ευθείες αναλογίες στην σύγχρονη ελληνική εκλογική ιστορία.
            Λείπουν οι σταθερές. Απουσιάζουν οι βεβαιότητες. Σπανίζουν τα παραδοσιακά «εργαλεία» με τα οποία ερμηνεύαμε καταστάσεις, αναλύαμε γεγονότα, σταθμίζαμε πρόσωπα, παίρναμε θέση, εκφράζαμε απόψεις. Και, εν τέλει, ρίχναμε την ψήφο μας, άλλοτε με τον πατροπαράδοτο «αταβισμό» και άλλοτε παρασυρμένοι από τις τάσεις της εποχής, ενίοτε και της ηλικίας του καθενός.
            Με λίγα λόγια, τούτες οι εκλογές είναι αλλιώς. Γίνονται με το εκκρεμές, που δημιούργησε η κρίση των τελευταίων ετών, να συνεχίζει να κινείται δαιμονιωδώς, χωρίς να βρίσκει σημείο ισορροπίας. Οι ταλαντώσεις του είναι ακόμη σε πλήρη εξέλιξη και η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, δικαιολογημένα, αδυνατεί να δει την εξισορρόπηση της τροχιάς του που θα αποτελούσε «σήμα» για τη λήξη της αβεβαιότητας.
            Η προεκλογική περίοδος που διανύσαμε, δυστυχώς, αντί να συμβάλει στο να ξεδιαλύνει η ατμόσφαιρα, ενίσχυσε τη σύγχυση του μέσου πολίτη, καθώς μεγάλη μερίδα των πολιτευόμενων, όπως και των μέσων ενημέρωσης, δια των οποίων έγινε, κατά κύριο λόγο, ο διάλογος κομμάτων και υποψηφίων, έδειξαν αδυναμία να ξεφύγουν από τα στερεότυπα του χθες και να συμβαδίσουν με τα νέα προτάγματα.
            Ένα μόνο παράδειγμα νομίζω αρκεί: Συζητήθηκε επί μακρόν το… εύπεπτο και πολιτικά ανούσιο ζήτημα της περίφημης «τηλεμαχίας», ενώ ήταν βέβαιο εξ αρχής ότι δεν θα γινόταν, για προφανείς λόγους που είχαν να κάνουν με την σαφή υπεροχή μιας πλευράς και την αδυναμία μιας άλλης να σταθεί απέναντι. Και να γινόταν, όμως, λίγα πράγματα θα άλλαζαν, όπως έχουν δείξει ανάλογες «κόντρες» στην εγχώρια, αλλά και στη διεθνή, πολιτική σκηνή.     
Την ίδια ώρα –και αυτό είναι το ουσιώδες, κατά τη γνώμη μου- στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις δεν τέθηκαν σχεδόν καθόλου προς συζήτηση μεγάλα ζητήματα, όπως επί παραδείγματι, αυτό της φορολογίας. Ένα ζήτημα που αφορά τους πάντες, έχοντες και μη έχοντες. Ένα ζήτημα για το οποίο έπρεπε όλοι μας πριν πάμε την Κυριακή στις κάλπες να ξέραμε επακριβώς –«χαρτί και καλαμάρι», που λέει ο λαός- τι προτείνει κάθε κόμμα να πληρώσει ποιος.
Το πιο αποκαρδιωτικό, όμως, ήταν, ίσως, ότι, σε αρκετές στιγμές αυτής της προεκλογικής περιόδου, είχες την αίσθηση πως οι πολιτευόμενοι που σου απευθυνόταν, δεν είχαν συναίσθηση της πραγματικότητας. Επιχειρηματολογούσαν σα να μην ζούσαν στην Ελλάδα της κρίσης, αλλά σε μια Ελλάδα της δικής τους φαντασίωσης, που αρκούσε «να έρθουν αυτοί στα πράγματα» και, με μια «στάση πληρωμών», όλα θα γινόταν και πάλι ρόδινα και  ανθηρά.
Εντυπωσιακό, επίσης, ήταν το πάθος –για να μην πω μίσος- που απέπνεε ο λόγος ορισμένων υποψηφίων, προερχόμενων κυρίως από τις δυνάμεις του πολιτικού «μικρομεγαλισμού», οι οποίες «τζογάροντας» στην απογοήτευση και στο θυμό των πολιτών, ακολούθησαν,  την πεπατημένη του δόγματος «η κόλαση είναι οι άλλοι!». Λες και οι ίδιοι προήλθαν από παρθενογένεση, λες και δεν ήταν οι περισσότεροι όλο το προηγούμενο διάστημα «τρόφιμοι του πρυτανείου».
Με όλα τούτα, λοιπόν, και με τόσα κόμματα –παλαιά, νέα και αναπαλαιωμένα- να διεκδικούν την ψήφο μας, το ερώτημα είναι: Πως ψηφίζουμε; Σε ποιους εκφράζουμε την προτίμησή σας; Ποιους αγνοούμε; Και ποιους «μαυρίζουμε»; Η γνώμη μου, ως προς αυτό,είναι ξεκάθαρη και οφείλω, νομίζω, να την πω. Και τη λέω, δανειζόμενος ένα στίχο του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού από το ποίημα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»: Ψηφίζουμε, λοιπόν, «με λογισμό και μ΄ όνειρο».
Ψηφίζουμε «με λογισμό», περίσκεψη, δηλαδή, για την Ελλάδα της κρίσης, την Ελλάδα της ύφεσης και της ανεργίας και τα όσα μας οδήγησαν ως εδώ. Τούτες οι κάλπες είναι, νομίζω, η ευκαιρία, η αφετηρία για να τα αφήσουμε όλα αυτά πίσω. Και να κάνουμε μια νέα αρχή. Χωρίς «τα ψεύτικα μεγάλα λόγια», χωρίς τις αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια και χωρίς τις ψευδαισθήσεις στις οποίες επιμένουν ορισμένοι διεκδικητές της ψήφου μας.
Και, συνάμα, ψηφίζουμε «μ΄ όνειρο» για την Ελλάδα που θέλουμε. Την Ελλάδα που ονειρευόμαστε να ζήσουμε εμείς και τα παιδιά μας. Την ευρωπαϊκή χώρα που δεν θα είναι το κλεισμένο στον εαυτό του «ανάδελφον έθνος», ο παρίας των εταίρων του και της διεθνούς σκηνής που απαιτεί να ζήσει με τα δανεικά. Την Ελλάδα που προσπαθεί, που αγωνίζεται, που δημιουργεί. Εν ολίγοις, ψηφίζουμε για την Ελλάδα της ειλικρίνειας, της σταθερότητας και της δημιουργίας.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Καλοί οι Φρανσουά, αλλά, πρωτίστως, για τη Γαλλία

Δεν είχα κλείσει τα είκοσι,  τον Μάιο του 1981, που έγινε η κυβερνητική αλλαγή στη Γαλλία. Με την νεανική ορμή, αλλά και με το κλίμα της περιόδου εκείνης, πανηγύρισα δεόντως, όπως, άλλωστε, και πολλοί άλλοι  Έλληνες, την εκλογή του σοσιαλιστή –θρύλου, για μας τους νέους της εποχής- Φρανσουά Μιτεράν στη γαλλική προεδρία, την οποία –δικαίως- θεωρήσαμε ως προπομπό της επερχόμενης ιστορικής αλλαγής στη χώρα μας.
Τριάντα ένα χρόνια μετά, χαίρομαι που ένας άλλος σοσιαλιστής, ο Φρανσουά -και αυτός- Ολάντ, πήρε προβάδισμα στον προχθεσινό πρώτο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών και είναι πολύ πιθανόν ότι θα καταφέρει να εκθρονίσει τον Νικολά Σαρκοζί από τα Ηλύσια Πεδία στον δεύτερο γύρο που θα γίνει στις 6 Μαΐου, την μέρα που και εμείς εδώ θα ψηφίζουμε για τη δική μας διακυβέρνηση.
Χωρίς διάθεση να υποτιμήσω την αυταπόδεικτη σημασία μιας ενδεχόμενης κυβερνητικής αλλαγής στην Γαλλία, που όλοι αναγνωρίζουν ότι μπορεί να επηρεάσει τους υφισταμένους συντηρητικούς συσχετισμούς που επικρατούν στην Ευρώπη, θέλω να εξομολογηθώ ότι δεν νιώθω να με διακατέχει ο ενθουσιασμός που με είχε συνεπάρει όταν εξελέγη ο Μιτεράν.
Δεν ξέρω αν είναι τα (δικά μου) χρόνια που πέρασαν ή η εποχή που διανύουμε, αλλά αισθάνομαι πολύ συγκρατημένος απέναντι στις προσδοκίες που μπορεί -δικαιολογημένα, ως έναν βαθμό- να προκαλεί, ακόμη και σε συντηρητικά στρώματα του εγχώριου πολιτικού δυναμικού, η πιθανολογούμενη μετατροπή του σημερινού ευρωπαϊκού διδύμου κορυφής από «Μερκοζί» σε «Μερκολάντ».
Είναι γνωστό ότι ο σοσιαλιστής υποψήφιος υποσχέθηκε προεκλογικά ότι θα θέσει βέτο στην επικύρωση του περίφημου συμφώνου δημοσιονομικής πειθαρχίας, που καθιερώνει τον λεγόμενο «χρυσό κανόνα», ο οποίος απαγορεύει το έλλειμμα στους εθνικούς προϋπολογισμούς, και  με περισσή επιμονή επέβαλε σε όλη την Ευρώπη η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ.
«Αν το Σύμφωνο δεν περιέχει μέτρα για την ανάπτυξη , δεν θα υποστηρίξω την επικύρωσή του από την Εθνοσυνέλευση. Αυτή την υπόσχεση έχω δώσει στους Γάλλους και θα την τηρήσω», δήλωσε ο κ. Ολάντ, ο οποίος πρόσθεσε ότι δεν αισθάνεται ότι θα βρεθεί «απομονωμένος στην Ευρώπη», στην οποία, ως γνωστόν, τον τόνο δίνει η κ. Μέρκελ και η πλειοψηφία των συντηρητικών κυβερνήσεων.
Υπό άλλες, βεβαίως, συνθήκες, ο Φρανσουά Μιτεράν πριν από τρεις δεκαετίες επεχείρησε στην αρχή της προεδρικής θητείας του να εφαρμόσει στη Γαλλία «κεϊνσιανές» πολιτικές. Γρήγορα, όμως, υποχρεώθηκε να τις εγκαταλείψει, καθώς οι αδυσώπητες –ακόμη και τότε που δεν υπήρχε το σημερινό επίπεδο παγκοσμιοποίησης- αγορές, αντέδρασαν με βίαιο τρόπο, προκαλώντας υποχώρηση του φράγκου, φυγή κεφαλαίων, επενδυτική άπνοια και εκτίναξη της ανεργίας.
Στον σημερινό, απείρως πιο πολύπλοκο, κόσμο, τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα και τα περιθώρια για τον Φρανσουά Ολάντ πολύ πιο στενά. Η παγκοσμιοποίηση των αγορών, η κρίση δημοσίου χρέους που βαρύνει το σύνολο, σχεδόν, της Ευρώπης και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, περιορίζουν τη μονομερή εφαρμογή μέτρων οικονομικής πολιτικής. Σε βαθμό τέτοιο που διακηρύξεις, όπως αυτές του πολιτικού του προπάτορα Φρανσουά Μιτεράν για «σοσιαλισμό σε μια χώρα», να μοιάζουν ως απόλυτη ουτοπία.
Επιπλέον, θέλω να υπενθυμίσω, για να μην τρέφουμε αυταπάτες, ότι ο γαλλογερμανικός άξονας βρίσκει δεκαετίες τώρα πεδίο συνεννόησης και συμβιβασμού, ανεξαρτήτως της ιδεολογικής κατεύθυνσης που έχουν οι ένοικοι των Ηλυσίων Πεδίων  και της καγκελαρίας. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω από κοντά, το 1995, μια από τις τελευταίες ομιλίες του Φρανσουά Μιτεράν, έμπλεη με τα ευρωπαϊκά του οράματα, αλλά εκείνο που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια ήταν οι επιταγές του Μάαστριχτ που είχαν συνυπογράψει με τον Χέλμουτ Κολ. 
Όπως, επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα πολεμικά αεροσκάφη Μιράζ που παραγγείλαμε στη δεκαετία του ΄80, στη, σωστή, προσπάθεια που κατέβαλε η τότε ελληνική κυβέρνηση, να μην εξαρτώμεθα μόνον από τις ΗΠΑ στην προμήθεια αμυντικού υλικού, τα πληρώσαμε κανονικά και δεν μας έγινε καμία ειδική έκπτωση, επειδή οι κυβερνήσεις των δύο χωρών είχαν τους ίδιους θεωρητικούς ιδεολογικούς προσανατολισμούς. 
Έτσι, σε κάθε περίπτωση, όπως η εκλογή του Φ. Μιτεράν ήταν, πρωτίστως, καλή –ή, ίσως κατ΄ άλλους, κακή- για την Γαλλία και, δευτερευόντως, για την υπόλοιπη Ευρώπη, το ίδιο, πιστεύω, ότι ισχύει και για το νέο πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας. Εφόσον θα είναι ο Φρανσουά Ολάντ, δημιουργούνται, αναμφισβήτητα, ελπίδες για ένα καλύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον απέναντι στη χώρα μας. Αλλά, όπως επανειλημμένα έχω επισημάνει από αυτή τη στήλη, τα βασικά προβλήματα της Ελλάδας η εγχώρια πολιτική τάξη θα κληθεί να τα αντιμετωπίσει.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Αλήθεια ή... κοβάλτιο;


          Μέσα σε ένα πολλαπλώς νεφελώδες τοπίο οδηγούμαστε στις κάλπες της 6ης Μαΐου, οι οποίες, σύμφωνα με το στερεότυπο του... συρμού, συνιστούν την πλέον κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση της μεταπολιτευτικής περιόδου.
          Προσπερνώντας, ωστόσο, τα συνήθη κλισέ που χρησιμοποιούν στη δική τους αργκό οι πολιτικοί αναλυτές περί της κρισιμότητας της επιλογής των πολιτών, αν υπάρχει, κατά τη δική του προαίρεση, ένα διαφοροποιό στοιχείο σε αυτή την αναμέτρηση, δεν είναι άλλο από το τέλος της μεγάλης αυταπάτης που θα επέλθει την επαύριο αυτών των εκλογών.
          Όποια και αν είναι, εν τέλει, η επικείμενη λαϊκή ετυμηγορία, το μόνο βέβαιο είναι ότι στις 7 Μαΐου, ο τόπος θα πρέπει να κυβερνηθεί. Και βασική προτεραιότητα της κυβέρνησης που θα επιλέξει ο ελληνικός λαός θα έχει την ομαλή προσγείωση στην πραγματικότητα μιας δυσμενούς κατάστασης. Μια πραγματικότητας που το πρώτο βήμα για να αρχίζει να αλλάζει είναι η αναγνώριση και η συλλογική συνειδητοποίησή της. Να την κοιτάξουμε, δηλαδή, κατάματα και χωρίς παραμορφωτικούς -κομματικούς ή άλλους- φακούς.
          Δυστυχώς, όμως, αυτή την αναγκαιότητα, υπάρχουν ακόμη πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που -ηθελημένα ή αθέλητα- αρνούνται να την παραδεχτούν, πιστεύοντας, ή παριστάνοντας ότι πιστεύουν, πως τα τελευταία δυο χρόνια ζούμε απλώς ένα κακό όνειρο, έναν εφιάλτη από τον οποίο θα ξυπνήσουμε και, αίφνης, θα επιστρέψουμε στην προ του 2008 κατάσταση, απαλλαγμένοι δια μιας από τις βασανιστικές επιπτώσεις της πενταετούς εξουθενωτικής ύφεσης.
          Σε αυτού του είδους τις ψευδαισθήσεις αποφασιστικά συμβάλλει ο πολιτικός λόγος της ευκολίας που από πολλές πλευρές εκπέμπεται (και) σε αυτή την προεκλογική περίοδο από κόμματα και πολιτικούς που εξακολουθούν να πολιτεύονται με τον παραδοσιακό τρόπο της υπεσχεσιολογίας και της καλλιέργειας ψευδών εντυπώσεων τόσο για τα αίτια της κρίσης όσο και για το τι απαιτείται να γίνει για να την ξεπεράσουμε.
          Αναρωτιέμαι, ειλικρινά, πως μπορει να συνειδητοποιηθεί η πραγματική κατάσταση και να αρχίσει η περιβόητη επανεκκίνηση,  όταν, για παράδειγμα, πολιτικός ηγέτης που φιλοδοξεί να ηγηθεί του επόμενου κυβερνητικού σχήματος, απειλώντας, μάλιστα, ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε επαναλαμβανόμενες εκλογικές αναμετρήσεις αν οι πολίτες δεν του δώσουν άμεσα την ευκαιρία, δηλώνει ότι η λύση για την οικονομική υπανάπτυξη θα έρθει μέσα από την εξόρυξη πετρελαίου, χρυσού και κοβαλτίου...
          Το ζήτημα των πιθανών πλουτοπαραγωγικών πηγών που, ενδεχομένως, κρύβει το υπέδαφος της χώρας, είναι από τις χαρακτηριστικότερες αυταπάτες που καλλιεργούνται από τις δυνάμεις του λαϊκισμού και της ευκολίας, οι οποίες κλείνουν πονηρά  το μάτι στους πολίτες, αφήνοντας να εννοηθεί πως όλα θα είναι εύκολα όταν θα έρθουν οι ίδιοι στην εξουσία.
          Ενώ είναι γνωστό ότι οι εικασίες αυτές διαθέτουν από ελάχιστη έως ανύπαρκτη επιστημονική βάση, και, σε κάθε περίπτωση, είναι ζητήματα που για να αποδώσουν χρειάζονται χρόνο και κεφάλαια, έχουν λάβει μυθικές διαστάσεις, τροφοδοτώντας τη φαντασία κυρίως των συμπολιτών μας που αρέσκονται στις θεωρίες συνωμοσίας. Και, το τελευταίο διάστημα, υπό την επήρεια της δημιουργίας νέων σχηματισμών με ακραίο λαϊκιστικό χαρακτήρα, έχουν γίνει αντικείμενο εντονότατου ανταγωνισμού για τη διεκδίκηση της λαϊκής ψήφου.
          Το μεγάλο δυστύχημα είναι ότι αυτού του είδους οι εικοτολογίες, είτε αφορούν τα (υποτιθέμενα) πλούσια κοιτάσματα κοβαλτίου, όπως, άλλωστε και χρυσού, που, ως γνωστόν, όπου και αν ξεκίνησαν επενδύσεις, συνοδεύτηκαν από αντιδράσεις εκπροσώπων τοπικών κοινωνιών, είτε σχετίζονται με την, ακόμη πιο μυθολογικών διαστάσεων, υπόθεση της δικεδίκησης των γερμανικών επανορθώσεων, υιοθετούνται από δυνάμεις όχι μόνον του θεωρούμενου, έως πρόσφατα τουλάχιστον, πολιτικού περιθωρίου, αλλά και του λεγόμενου κυβερνητικού τόξου που θα κληθούν αύριο να αποτελέσουν μέρος της διακυβέρνησης.
          Με αυτά και με άλλα ηχηρά παρόμοια, όπως η αντιμνημονιακή υστερία που καλλιεργήθηκε επί ενάμισι χρόνο πριν από τον σχηματισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου, οι σκεπτόμενοι πολίτες αποστρέφονται την πολιτική, ενώ και εκείνοι που εξακολουθούν να τείνουν ευήκοον ους είναι βέβαιο ότι εκπαιδεύονται με τρόπον τέτοιον που απογοτευμένοι θα δυσκολευθούν να προσαρμοστούν στη δύσκολη μετεκλογική πραγματικότητα.
          Γι' αυτό και θεωρώ πως τα κόμματα που έχουν πραγματικό ενδιαφέρον για την διακυβέρνηση, πρώτιστο καθήκον στο διάστημα που απομένει έως τις εκλογές έχουν να πουν την αλήθεια για τα μεγάλα προβλήματα οργάνωσης που αντιμετωπίζει η χώρα τόσο σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα όσο και στον ιδιωτικό τομέα παραγωγής. Και, βεβαίως, να παρουσιάσουν εφικτές λύσεις για την αντιμετώπισή τους. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το διακύβευμα αυτών των εκλογών και έτσι νομίζω ότι πρέπει ο καθένας μας να σταθμίσει την επιλογή του απέναντι και σε κόμματα και σε πρόσωπα.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Η προεκλογική μπουρδολογία και οι μονοεδρικές

Το χρονικό διάστημα πριν από τις εκλογές υπήρξε ανέκαθεν στη χώρα μας περίοδος ασύστολης υποσχεσιολογίας, άκρατης εντυπωσιοθηρίας και, συχνά, μέγιστης πολιτικής μπουρδολογίας. Οι… αμελέτητες προτάσεις, οι ατεκμηρίωτες θέσεις και η εξυπνακίστικη συνθηματολογία διάνθιζαν, παραδοσιακά, τον προεκλογικό λόγο πολλών κομμάτων και ακόμα περισσότερων υποψηφίων που διεκδίκησαν τα προηγούμενα χρόνια την ψήφο μας.
Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς, το παλαιό αυτό φαινόμενο, που σχεδόν, κατά γενική ομολογία, είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες, που, λειτουργώντας σωρευτικά, μας οδήγησε στην τωρινή παρατεταμένη κρίση, ότι θα περιοριζόταν. Πολύ περισσότερο που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία για τα αισθήματα γενικευμένης απαξίωσης που εκδηλώνεται σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έναντι του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος και δεν περιορίζεται, όπως επιχειρούν να μας πείσουν ορισμένοι, στον αποκαλούμενο «δικομματισμό».
Τα σκέπτομαι όλα αυτά, καθώς διαβάζω σε πρωτοσέλιδο κυριακάτικης εφημερίδας την… περισπούδαστη πρόταση που διατυπώνει, μέσω συνέντευξής του, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας για τις μονοεδρικές περιφέρειες (μια από τις οποίες, ως γνωστόν, είναι και η Θεσπρωτία, που, μαζί με τη Φωκίδα, προστέθηκαν το 2004 στις περιφέρειες Γρεβενών, Ευρυτανίας, Ζακύνθου, Λευκάδας, Κεφαλονιάς και Σάμου, που είχαν από παλαιότερα έναν βουλευτή). «Είναι οκτώ έδρες, ας μην τις χαρίσουμε ούτε στο ΠΑΣΟΚ ούτε στη ΝΔ», δηλώνει ο κ. Τσίπρας, ισχυριζόμενος πως «μια σύμπραξη, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΔΗΜΑΡ, Οικολόγων στις μονοεδρικές μπορεί να είναι πρώτη δύναμη στις μονοεδρικές και να αφαιρέσουν έστω οκτώ έδρες από τα κόμματα του μνημονίου».
Διαβάζοντας τη συνέντευξη, δυσκολεύτηκα να αποφασίσω ποιο είναι το χειρότερο με τη… «γαλαντόμα» πρόταση του κ. Τσίπρα, ο οποίος, λέει ότι, θέλει για το δικό του κόμμα του μόνον μια μονοεδρική και «χαρίζει» στους άλλους σχηματισμούς τις άλλες επτά έδρες. Συνιστά, άραγε, απλώς, έναν από τους συνήθεις προεκλογικούς ελιγμούς που στόχο έχει να εκθέσει τα άλλα κόμματα, στα οποία υποτίθεται ότι απευθύνεται η πρόσκληση για σύμπραξη, κατά το γνωστό «τζόγος να γίνεται»; Ή, όπερ και το πιθανότερο, καταδεικνύει, απλώς, το απροσμέτρητο βάθος της άγνοιας ενός πολιτικού αρχηγού για βασικά στοιχεία της ισχύουσας εκλογικής νομοθεσίας;
Είναι αλήθεια ότι, σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο -το Προεδρικό Διάταγμα υπ΄  αριθμ. 26 (ΦΕΚ Α' 57/15/03/2012), για όποιον έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον-, «η έδρα των μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών καταλαμβάνεται από τον εκλογικό σχηματισμό που συμμετέχει στην κατανομή των βουλευτικών εδρών (...) και έχει λάβει τα περισσότερα έγκυρα ψηφοδέλτια στην εκλογική αυτή περιφέρεια».
Με αυτό το δεδομένο, μπορούν, πράγματι, σε απολύτως θεωρητική βάση, κάποια κόμματα να μην κατεβάσουν ψηφοδέλτια σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες - τις μονοεδρικές, εν προκειμένω-  και να καλέσουν τους ψηφοφόρους τους να ψηφίσουν το συνδυασμό που θα έχει εκεί ένα άλλο κόμμα. Να ακολουθηθεί, δηλαδή, μια παραλλαγή της κοινής καθόδου με «ανεξάρτητα» ψηφοδέλτια στις μονοεδρικές που έκαναν το Νοέμβριο του 1989 και τον Απρίλιο του 1990 το ΠΑΣΟΚ και ο ενιαίος, τότε, Συνασπισμός για να εμποδίσουν την αυτοδυναμία της ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Ακόμη, όμως, και αν αντιπαρέλθει κανείς την πολιτική παραδοξότητα να βρεθούν οπαδοί του ΚΚΕ να ρίχνουν στην κάλπη το ψηφοδέλτιο των Οικολόγων ή, ακόμη χειρότερα, του κόμματος του Φώτη Κουβέλη, με πιθανό υποψήφιο έναν πρώην βουλευτή του ΠΑΣΟΚ (!), η ετερόκλητη αυτή «σύμπραξη» δεν πρόκειται να επιφέρει κανένα εκλογικό κέρδος στους ευκαιριακούς συμμάχους, αν δεν τους προκαλέσει και συνολική ζημιά.
Ο εκλογικός νόμος που ψηφίστηκε το 2004 από τον, τότε, υπουργό Εσωτερικών Κώστα Σκανδαλίδη και εφαρμόστηκε στις εκλογές του 2007 και του 2009, είναι από τους απλούστερους που υπήρξαν ποτέ και με μια τροποποίηση που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ –με την οποία αυξήθηκε, επί υπουργίας Προκόπη Παυλόπουλου, το «μπόνους» προς το πρώτο κόμμα από 40 σε 50 έδρες- θα εφαρμοστεί και στις επερχόμενες εκλογές. Και, πάντως, το σύστημα κατανομής των εδρών που προνοεί δεν έχει καμία σχέση με το προαναφερόμενο της περιόδου 89-90, οπότε ίσχυε εντελώς διαφορετικός εκλογικός νόμος.
Με τον ισχύοντα νόμο, λοιπόν, «για τον καθορισμό των εδρών που δικαιούται κάθε εκλογικός σχηματισμός», που θα ξεπεράσει το 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων πανελλαδικά, «το σύνολο των ψήφων που συγκέντρωσε στην Επικράτεια πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 250». Κατόπιν «το γινόμενο τους διαιρείται με το άθροισμα των έγκυρων ψηφοδελτίων που συγκέντρωσαν στην Επικράτεια όσοι σχηματισμοί συμμετέχουν στην κατανομή των εδρών» και «οι έδρες που δικαιούται κάθε σχηματισμός στην Επικράτεια είναι το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης».
Με άλλα λόγια, οι 250 από τις 300 έδρες του ελληνικού Κοινοβουλίου μοιράζονται κατά απόλυτο αναλογικό τρόπο στα κόμματα που ξεπερνούν το 3%. Έτσι, ο τελικός αριθμός των βουλευτικών εδρών που θα έχει κάθε κόμμα στη νέα Βουλή, δεν επηρεάζεται από τον αριθμό των μονοεδρικών, στις οποίες θα έρθει πρώτο, καθώς οι έδρες αυτές, όπως και εκείνες του ψηφοδελτίου Επικρατείας, προσμετρούνται στο σύνολο των βουλευτών που θα εκλέξει.
Υπό αυτή την έννοια, δεν υφίσταται η έννοια της «χαμένης ψήφου», που υπονοεί η πρόταση Τσίπρα, αφού, εξαιρουμένου του (όντως «καλπονοθευτικού», αλλά σημαντικού για να προκύψει κυβερνητική λύση) «μπόνους» των 50 εδρών,  κάθε ψηφοδέλτιο σε κόμμα που παίρνει το «εισιτήριο» για τη Βουλή είναι απολύτως ισοδύναμο και μετρά το ίδιο σε όποια εκλογική περιφέρεια και αν δοθεί. Γιατί, τότε, υποβάλλει ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ τη συγκεκριμένη πρόταση; Ε, για τον ίδιο λόγο και με την ίδια… μελέτη που λέει όλα τα υπόλοιπα…

 *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Από την απραξία στους… «γιαλαντζί Σαρκοζί»


Στις αρχές του 2011, το ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε, με σχετικά σύντομες διαδικασίες, έναν ακόμη νόμο και συγκεκριμένα τον ν. 3907, με τον οποίο εναρμονίστηκε το ελληνικό δίκαιο με τις προβλέψεις ευρωπαϊκής οδηγίας του 2008 που καθιέρωσε «κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη – μέλη της ΕΕ για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών».
Ήταν η περίοδος που το οξύ μεταναστευτικό πρόβλημα, που αντιμετωπίζει εδώ και δύο δεκαετίες η χώρα μας, όπως και όλος ο ευρωπαϊκός νότος που συνορεύει με την Ασία και την Αφρική, βρισκόταν σε έξαρση, τόσο στις πύλες εξόδου προς την Ευρώπη, δηλαδή στα λιμάνια της Πάτρας και της Ηγουμενίτσας, όσο και στο κέντρο της Αθήνας, με τις συγκρούσεις ακραίων ομάδων στον Άγιο Παντελεήμονα, αλλά και τις προκλητικές πρωτοβουλίες μεταφοράς μεταναστών χωρίς νόμιμα έγγραφα σε χώρους πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.
Με αφορμή την κατάσταση στην Ηγουμενίτσα και σε συνεννόηση με την παράταξή μου, προκάλεσα, στις 9 Φεβρουαρίου 2011, συζήτηση στο νεοσύστατο, τότε, Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου, υποβάλλοντας πολύ συγκεκριμένες προτάσεις, μια από τις οποίες ήταν ότι «η Περιφέρεια Ηπείρου, μέσω κυρίως της Κοινωνικής Επιτροπής, αλλά όχι μόνον, πρέπει να προετοιμαστεί άμεσα και να πιέσει προς κάθε κατεύθυνση για την έγκαιρη ενεργοποίηση του νόμου που ψηφίστηκε τις προηγούμενες εβδομάδες από τη Βουλή».
Εξήγησα, απευθυνόμενος στο Συμβούλιο, ότι «ο νόμος αυτός, μεταξύ άλλων, προβλέπει τη δημιουργία Περιφερειακών Επιτροπών Ασύλου, μια από τις οποίες θα λειτουργήσει εδώ στην έδρα μας, όπως και Κέντρων Υποδοχής, για τα οποία θα πρέπει να έχει άποψη η Περιφέρεια και να υποδείξει –εφόσον θεωρηθεί αναγκαίο- άμεσα κατάλληλους χώρους», τονίζοντας, καταληκτικά, πως «αν θέλουμε να δικαιώσουμε το ρόλο μας, το μόνο που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να μένουμε θεατές των εξελίξεων».
Όπως ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί, παρακολουθώντας την τρέχουσα ειδησεογραφία, σχεδόν δεκαπέντε μήνες δεν έγινε απολύτως τίποτε. Με αποτέλεσμα ένας ακόμη νόμος του ελληνικού κράτους να παραμένει, μέχρι σήμερα, στα χαρτιά, αφού -για να είμαι δίκαιος- δεν είναι μόνον η Περιφέρεια Ηπείρου που δεν προετοιμάστηκε και μόλις την περασμένη εβδομάδα αποδέχθηκε την περυσινή πρόταση μας. Είναι το αρμόδιο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη που δεν προώθησε την εφαρμογή της νομοθεσίας που το ίδιο ψήφισε και δεν οργάνωσε τις υπηρεσίες που προβλέπονται τόσο για την παροχή ασύλου σε όσους το δικαιούνται, όσο και για την κράτηση και την επαναπροώθηση όσων εισέρχονται στην Ελλάδα για οικονομικούς και μόνον λόγους.
Όλως αιφνιδίως, τις δύο τελευταίες εβδομάδες, το τεράστιο αυτό ζήτημα, επανήλθε στο προσκήνιο, με την απαίτηση του αρμόδιου υπουργού Μιχάλη Χρυσοχοΐδη να υποδειχτούν άμεσα χώροι στην ηπειρωτική Ελλάδα για την λειτουργία κέντρων κράτησης – φιλοξενίας όσων αλλοδαπών βρίσκονται παράνομα στη χώρα και οι οποίοι, στην πλειονότητά τους, βιώνουν απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, περιφερόμενοι στους δρόμους πόλεων και χωριών, αναζητώντας τροφή σε κάδους απορριμμάτων και στέγη σε άθλιες τρώγλες.
Η ανακίνηση του ζητήματος έφερε επίσης στο τηλεοπτικό προσκήνιο αρκετούς από τους πολιτικούς κερδοσκόπους που εμφανίζονται ως «γιαλαντζί» Σαρκοζί, ενώ συνοδεύτηκε και από διαφόρων ειδών ενστάσεις. Κάποιες βάσιμες και υπαρκτές. Οι περισσότερες, όμως, απολύτως προσχηματικές, που ακολουθούν την πεπατημένη δεκαετιών σε αυτή τη χώρα, με τα γνωστά αποτελέσματα της εκτεταμένης ανομίας και ατιμωρησίας, της παγιωμένης αδράνειας και απραξίας, που συναντά κανείς σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας.
Ορισμένοι, για παράδειγμα, μίλησαν για επικοινωνιακούς χειρισμούς που εντάσσονται στην προεκλογική στρατηγική των κομμάτων και καθοδηγούνται από την δημοσκοπική άνοδο των ακροδεξιών ομάδων, οι οποίες κάνουν επίδειξη δύναμης στις περιοχές που υπάρχουν πολλοί μετανάστες, οι οποίοι συχνά πέφτουν -αδιάκριτα, μάλιστα, μεταξύ όσων διαμένουν φιλήσυχα και νόμιμα στην Ελλάδα και όσων δεν διαθέτουν τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα- θύματα ρατσιστικών, ακόμη και δολοφονικών επιθέσεων.
Άλλοι, την ίδια ώρα, προέβαλαν την ανθρωπιστική πλευρά του ζητήματος, απορρίπτοντας a priori τη λογική των «στρατοπέδων», που βεβαίως ηχεί άσχημα στα αυτιά κάθε προοδευτικού πολίτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η άρνηση δεν συνοδεύεται από εναλλακτική πρόταση που θα κάνει την Ελλάδα να πάψει να είναι το «ξέφραγο αμπέλι», όπου όποιος θέλει μπαίνει, βρίσκει προσωρινό καταφύγιο και παραμένει εσαεί εδώ μέχρι να μπορέσει να βρει, με κάθε τίμημα, διέξοδο προς την υπόλοιπη Ευρώπη.
Δεν έλειψαν, τέλος, κι εκείνοι που, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα του ελληνικού κράτους, επεχείρησαν να  «τζογάρουν» με τα φοβικά σύνδρομα των πολιτών που ζουν κοντά σε περιοχές που σχεδιάζεται να γίνουν κέντρα φύλαξης, τα οποία, όπως και τα σκουπίδια, τα… θέλουμε όλοι «στην αυλή του γείτονα». Αποσιωπούν το προφανές ότι οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι απείρως μικρότεροι από μετανάστες που έχουν εξασφαλισμένη τροφή, στέγη και περίθαλψη, σε σχέση με τους περιφερόμενους ανέστιους και πεινασμένους που μπορούν να κάνουν ο,τιδήποτε για να επιβιώσουν σε μια χώρα που βρίσκεται σε βαθιά οικονομική κρίση.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο  που, κατά την άποψή μου, –και έτσι τοποθετήθηκα στο Περιφερειακό Συμβούλιο, «καλωσορίζοντας» την πλειοψηφία στο πεδίο της κοινής λογικής- απαιτείται να γίνει είναι να αποφευχθούν αφενός η εμπλοκή του θέματος στις συμπληγάδες της προεκλογικής περιόδου, που θα τροφοδοτήσει τους κάθε λογής «γιαλαντζί» Σαρκοζί, και αφετέρου η προχειρότητα που θα δώσει έδαφος στις δυνάμεις της παραλυτικής αδράνειας. Οργανωμένη δράση, λοιπόν, με συγκροτημένα βήματα και χωρίς άλλες καθυστερήσεις.

 *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.